ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΠΡΕΒΕΖΑΝΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
menu
Φωτογραφίες
Αρθρογραφία
 
  Εκδήλωση έκθεσης φωτογραφίας του πολιτιστικού σύλλογου «Πρέβεζα» με θέμα "Κιβωτός Αναμνήσεων".
Μια φωτογραφική αφήγηση της κοινωνικής ζωής της Πρέβεζας από το 1912 έως τις ημέρες μας.

Τα εγκαίνεια της έκθεσης πραγματοποιήθηκαν το Σάββατο 4 Αυγούστου στις 8.00 το βράδυ, μπροστά από το πύργο του ρολογιού και διήρκησε από τις 4 έως τις 15 Αυγούστου. Προλόγισε την εκδήλωση η Καθηγήτρια-Φιλόλογος Κα Αγγελική Τσόλκα-Στεφοπούλου, το κείμενο της ομιλίας και μερικές φωτογραφίες από την εκδήλωση..

Κιβωτός Αναμνήσεων

Κιβωτός Αναμνήσεων

Κιβωτός Αναμνήσεων

Η Πρέβεζα τότε και τώρα

Το Σαϊτάν-Παζάρ είναι ο δρόμος για τον οποίο ο Καρυωτάκης έγραφε στον αδελφό του: Αν πιάσει φωτιά το σπίτι που μένω, έχω πάντα τη δυνατότητα να σωθώ πηδώντας απ' το παράθυρό μου στο απέναντι παράθυρο. Ο Καρυωτάκης αντιμετώπισε την Πρέβεζα και με χιούμορ που είναι μία απ' τις μορφές της ελευθερίας.
Το Σαϊτάν-Παζάρ είναι λοιπόν ο μυστήριος στενός και ζαβός δρόμος-εκθετήριο της πόλης, δρόμος-μικρογραφία της αγοράς όπου δεν υπάρχουν μόνο φαρμακείο, καφεκοπτείο και περίπτερο, αλλά κι' αυτά τα βρίσκεις στο σημείο που ο δρόμος σκάει στην αγορά. Και δημόσιες υπηρεσίες βέβαια.
Σ' αυτό το μυστήριο και ζαβό στενό, κάθε μέρα και κάθε νύχτα ως αργά ή και πολύ αργά, η πόλη μας δείχνει τον τρόπο που αυτή ζει. Αν τώρα από απόψε το βράδυ και μέχρι τον 15 Αύγουστο αποφασίσουμε αν πάρουμε τα ποδήλατα της καρδιάς μας και να κάνουμε μία βόλτα εκεί κατά τη μικρή ανηφόρα, θα διαπιστώσουμε πως αυτή η βόλτα απαιτεί μία αλλιώτικη διανοητική συγκέντρωση για τον απλούστατο λόγο ότι έχει σχέση μαζί μας εδώ και πολλά χρόνια. Έχουμε να κάνουμε με μία εκ νέου ανάγνωση του βιβλίου της πόλης μας κι εμείς είμαστε συγχρόνως τα γράμματα και οι αναγνώστες αυτού του βιβλίου.
Αυτό που υπάρχει στις σελίδες το έχουμε ζήσει, το έχουμε διαβάσει, το έχουμε αποτυπώσει μ' όποιον τρόπο μπορούσαμε και κυρίως με τον ευκολότερο και πιο άμεσο στην εκτέλεση - τη φωτογραφία, το κλικ της στιγμής.
Στο σπίτι μας συχνά απλώνουμε τις προσωπικές μας φωτογραφίες και τις ξανακοιτάμε με συγκίνηση γιατί είναι φυσικό να θες να ξαναζήσεις παλιές στιγμές, λυπημένες ή χαρούμενες και πάντα αγαπημένες.
Με λίγα λόγια, πριν ακόμα πάρουμε το δρόμο γι' αυτή τη βόλτα έχουμε εξαντλήσει την πρώτη μας περιέργεια. Με λίγα λόγια, αν αποφασίσουμε τώρα, αυτές τις μέρες να ανέβουμε το Σαϊτάν-Παζάρ, αυτό είναι μία πράξη επιλογής.
Στην πραγματικότητα η λέξη ανάγνωση δεν ταιριάζει και τόσο εδώ. Το να γυρίζεις αυτές τις συγκεκριμένες σελίδες απαιτεί περισσότερο διαλογισμό, σε σημείο που καμιά φορά αναρωτιέσαι μήπως είναι προτιμότερο να κρατάς το βιβλίο κλειστό γιατί μία φωτογραφία ισοδυναμεί με μία, δύο, άπειρες σελίδες, ανάλογα με τη διανοητική επεξεργασία αυτού που την κοιτάει. Λέω μήπως η επαφή γίνεται πιο γόνιμη αν αφήσουμε τη σκέψη μας να πετάξει, μήπως είναι καλλίτερα να κλείσουμε τα μάτια και να πούμε: άκου, θυμήσου, ξαναγίνε παιδί, παίξε.

Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν ήταν μία πόλη, η Πρέβεζα, και για μας ήταν η μοναδική μας, η καταδική μας, η ξεχωριστή μας. Τη θρησκεία, τα τραγούδια, τη γλώσσα μια κοινωνία μπορεί να τα μοιράζεται με κάποια άλλη, την πόλη της όμως-ποτέ.
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος πραγματοποιεί με πολλή δουλειά και μόχθο μία εκδήλωση αγάπης. Στα τελάρα που ανάρτησε ξαναβρίσκουμε πολλούς απ' αυτούς που έζησαν και που ένας-ένας έφυγαν από κοντά μας. Δεν χάθηκαν μόνον οι άνθρωποι. Είναι και η ζωντανή μαρτυρία τους που χάθηκε. Χάνονται οι λαϊκοί μας θησαυροί και το χειρότερο χάνονται και ορισμένα είδη αισθημάτων. Μας παραμένει όμως η παράδοση που μεταδίδεται από στόμα σε στόμα και παρ' όλο που ξέρουμε πως συχνά κάνει λάθη την παίρνουμε πάντα στα σοβαρά.
Μέσα απ' την ακίνητη εικόνα βλέπουμε την πόλη να ζωντανεύει με τη λάμψη και την οχλοβοή της, ένα σύμπαν από μορφές με την ιστορία τους, τα δράματά τους, τα πάθη τους, τους δεσμούς τους. Στα πρόσωπα που διαστέλλονται, εξομολογούνται, προφέρουν λέξεις, βλέπουμε κυρίαρχη την προσπάθεια να ταυτιστούν με άλλους, να συγχωνευτούν, να πολλαπλασιαστούν, να συν-αισθανθούν. Δεν θα περπατήσουμε αυτές τις μέρες στο Σαϊτάν Παζάρ για να ξεδώσουμε αλλά για να μας συμβεί κάτι. Με την προσδοκία ότι κάτι θα πάρουμε, ότι κάτι ίσως μας προβληματίσει, ίσως μας ανησυχήσει, ότι σε κάθε περίπτωση θα μας δημιουργηθούν συναισθήματα που δεν είναι καθημερινά και τρέχοντα - εξ άλλου νομίζω πως αυτό είναι και το ζητούμενο.

Πτυχές μιας ζωής που πέρασε εισχωρούν στη μνήμη μας, που αφήνει μερικά να χάνονται και συγκρατεί τα περισσότερα. Μας προσφέρονται δρόμοι, στενά, πλατείες, εξοχές. Και άνθρωποι που στέκονται ακίνητοι αλλά όχι ανέκφραστοι. Οι φωτογραφίες έχουν απορροφήσει το πνεύμα τους, ενώ οι πιο αντίθετες σκέψεις του καθενός από μας ξεχωριστά, τις διεκδικούν την ίδια στιγμή.
Η φωτογραφία δε ρωτάει αλλά ακούσει. Δεν ψαρεύει πληροφορίες αλλά δίνει. Λέει πως η ζωή δεν είναι ανάκριση. Λέει πως μαθαίνεις τους ανθρώπους όταν τους κοιτάς. Τότε τους καταλαβαίνεις. Κοιτώντας κι εμείς διαβάζουμε την ατμόσφαιρα σχολικής εκδρομής, τη βόλτα με τα ποδήλατα, ακούμε να τραγουδούν όλοι μαζί, τους βλέπουμε να χορεύουν ακόμα και μες τη μέση του δρόμου, να επικοινωνούν με την ανθρώπινη κοινότητα, να είναι μαζί μ' ανθρώπους που ζούσαν σε σπίτια πλάι στο δρόμο, στα πρόσωπά τους διακρίνουμε την έκφραση ανθρώπων που έχει φύγει ένα βάρος από πάνω τους, είναι στις γειτονιές τους, είναι με τους φίλους τους, είναι καλά.
Όλοι αυτοί που οικοδόμησαν την πόλη τους, την πόλη μας λίγο-λίγο, ήταν συγχρόνως οι αρχιτέκτονες κι' οι χτίστες της κι' ήταν υπεύθυνοι γι' α υτή, τις γιορτές, τον μόχθο, τις τελετές, τα σχολεία, την εργασία και δεκάδες άλλες εκδηλώσεις γενικότερες κοινωνικές αλλά και αυτόχθονες, μόνο δικές μας, όπως η φλούδα το γλυκό καρπούζι, η λαδόπιτα ή το πιτς στις ελιές. Ένα δέντρο ζωής με τις ρίζες του να βυθίζονται βαθιά στο χώμα της κι' απ' τα βάθη της γης να ορμάει στον ουρανό. Η πόλη μας, μας έτρεφε, μας προστάτευε. Και μην ξεχνάμε, η Πρέβεζα είχε κινηματογράφο προπολεμικά πριν ακόμα κι' απ' τα Γιάννινα κι από πολλές μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Η Πρέβεζα έπαιζε θέατρο προπολεμικά, έγραφε θέατρο, έγραφε επιθεωρήσεις και οπερετίτσες, έγραφε τη μουσική τους, έγραφε τραγούδια που τα τραγουδούσαν τα βράδια οι νέοι στους δρόμους για τις κοπέλλες που περίμεναν πίσω απ' τα μισόκλειστα πατζούρια τάχα μου για να μη φαίνονται, αλλά όλοι ξέρανε πως αυτές ήταν εκεί.
Όλα τα αισθήματα που μας διαμόρφωσαν και μας μόρφωσαν είναι αποτυπωμένα σήμερα στο Σαϊτάν Παζάρ, σε πάμπολλες περιορισμένες επιφάνειας που οι κανονικές τους διαστάσεις δεν ξεπερνούν τα 7 x 10 εκ. και γύρω τους να λαμπυρίζει ένα πλήθος παθών και σκέψεων. Εδώ υπάρχουν όλα: καρποφορία, ανθρωποφιλία, πόλεμος, κυνήγι, νίκες, ήττες και ο άντρας, η γυναίκα, τα παιδιά, σφίγγοντας τη ζωή με τα δόντια. Κοιτάζουμε τις φωτογραφίες και προσπαθούμε να θυμηθούμε τι υπήρχε εδώ, τι υπήρχε εκεί, τους δρόμους που ήταν διαφορετικοί απ' αυτούς που βλέπουμε σήμερα, τους τοίχους που ήταν διαφορετικοί απ' αυτούς που είναι σήμερα αλλά πάντα ν' αναστενάζουν από έρωτα με τον ίδιο τρόπο. Σ' αγαπώ, Μαρία, Ελένη, Κική, σ' αγαπώ.
Απ' τις φωτογραφίες ξαναθυμούμαστε πως η έκταση που προσφερόνταν στο βλέμμα φαινόταν πολύ ευρύτερη για τον απλούστατο λόγο ότι το μάτι δεν σκόνταφτε πάνω στα ντουβάρια. Δέντρα έβλεπες. Και θάλασσα. Και μες σ' αυτή την άπλα στροβιλίζονταν παιδιά, γειτονιές, παρέες, καλοχαιρετισμοί και χαμογελαστά δάκρυα. Εδώ είν' όλοι, αγκαλιασμένοι όλοι μαζί. Οι λιμενεργάτες, οι επιστήμονες, οι αγρότες, οι έμποροι, οι ψαράδες, οι υπάλληλοι. Οι μαθητές, τα σχολεία όλα μαζί κι ας τραγουδούσαμε εμείς ξεχωριστά και με μανία
βάλαμε οχτώ στο δεύτερο σχολειό
κι άλλα τέσσερα στο πρώτο
γειά σου τρίτο μου σχολείο.
Οι παραστάσεις, τα θέατρα, οι ξαναζωντανεμένοι δρόμοι, η ζωή που ξεχειλίζει και μας παρασέρνει και που δεν μπορεί να περιοριστεί στο κλικ μιας στιγμής, όλα εδώ. Κι εμείς που παίζαμε κρυφτό και κυνηγητό τρέχοντας γύρω απ' τις παρέες των μεγάλων, μαζί παλιές και καινούριες γενιές.
Στο δάσος των γονιών, ανάμεσα στους μεγαλόπρεπους αυτούς κορμούς κρυβόμαστε και παίζαμε όταν είμαστε παιδιά. Παίζαμε και δεν γνωρίζαμε ακόμα το μεγάλο μυστικό, ότι μια μέρα θα γινόμαστε κι εμείς δέντρα σαν κι αυτούς.
Εδώ είναι και η θάλασσα, λέξη που δεν έχει ετυμολογηθεί, που μπροστά της κι' αυτή η επιστήμη στέκεται ανίσχυρη κι αμήχανη. Και πάν' απ' όλα, εδώ είναι ο άνθρωπος. Τίποτα το συμβολικό ή το αλληγορικό. Μόνο πρόσωπα, χαμόγελα, ονόματα, η Ουρανία, η Ευανθία, η Νανά. Και στον πιτσιλωτό καθρέφτη αυτής της ανετυμολόγητης λέξης, τα τρία ωραία βαπόρια του ποιητή, η Κλεοπάτρα, η Σεμίραμις κι η Θεοδώρα, που ανοίγονται απ' την προκυμαία την ίδια πάντα ώρα και πάνε να μουντζουρώσουν τα γαλάζια και να σκορπίσουνε τοπάζια τα φώτα τους μες τα νερά τη νύχτα, πάνε πάντα μ' ανθρώπους, χρόνια τώρα, η Κλεοπάτρα, η Σεμίραμις, κι η Θεοδώρα, πάνε πάντα μ' ανθρώπους, την Ουρανία, την Ευανθία, τη Νανά, που αφήσαν την ζωή τους στις καρδιές ημών των ζωντανών. Για ν' ακουμπήσουμε μ' αγάπη και πόνο στις καρδιές που χτυπούν ακόμα πίσω απ' τη γυαλιστερή ακινησία της πόζας τους. Κι εμείς μένουμε εδώ να ψάχνουμε το χώρο και τις ρίζες μας.

Στην Κυανή Ακτή πριν από λίγες μέρες, κάτω από έναν ευκάλυπτο, ένα παιδάκι τεντωνόταν πάνω στον κορμό να φτάσει μια σκλήθρα. Και θυμήθηκα, πάνε πάνω από πενήντα χρόνια και τώρα το θυμήθηκα, όταν ήμουν παιδάκι, στην Πλειστόκαινο της ζωής μου, θυμήθηκα την προσπάθεια, την αγωνία μου, π'ψς τεντωνόμουν πάνω σε μια ξύλινη πόρτα, να φτάσω αυτό που ο Ελύτης είπε ρόπτρο-σκαραβαίο, να φτάσω λοιπόν ένα ρόπτρο σε μια ξύλινη πόρτα και να το κρούσω. Στις μύτες των ποδιών, τεντωμένη στην πόρτα, να προσπαθώ να φτάσω τα ρόπτρο και να μην το φάνω.
Να που ξεκλείδωσα με συγκίνηση μια απ' τις κλειδωμένες πόρτες της καρδιάς μου. Αυτό θέλουμε. Ν' ανοίξουμε τις πόρτες για να μπει η ζωή μας. Σφουγγάρι το μυαλό, ρουφάει και πετάει, στύβει και στύβεται.
Και μια ιδέα ενδεχομένως για τον Πολιτιστικό Σύλλογο. Να φωτογραφίσει, μήπως, όσα ρόπτρα έχουν απομείνει ακόμα σ' όσες πόρτες της Πρέβεζας, να τα φωτογραφίσει από κοντά για ν' αναδειχθούν όλες τους οι λεπτομέρειες και να τα διασώσει, έστω και σε φωτογραφία, πριν προλάβει να τα αφανίσει η πρόοδος μια και διολισθαίνουμε προς τα κει καταστρέφοντας.

Διαφωνώ μ' αυτό που σήμερα λέμε πρόοδο επειδή είναι οφθαλμοφανές πως δεν είναι πρόοδος πια. Ένα παράσιτο είναι, ένα ζιζάνιο που μας καταβροχθίζει. Που μου τρώει τα σωθικά. Δεν την αντέχω άλλο αυτού του είδους την πρόοδο. Δεν είναι τα τσόφλια και τα κουκούτσια του Ελύτη. Χωματίλα είναι και η αίσθηση της αποσύνθεσης.
Ποια πρόοδος και πια εξέλιξη; Δεν μας ρωτάνε πια αν τη χρειαζόμαστε αυτή την πρόοδο, αν θα μας καταστήσει ευτυχέστερους. Το μεγαλύτερο επίτευγμά της σήμερα είναι να επανορθώσει σε κάποια μελλοντική φάση όλες εκείνες τις καταστροφές που εκείνη δημιούργησε.
Η πόλη μας, μονάκριβο κεφάλαιο, μονάκριβη πατρίδα, κατάντησε να πουλάει όσο-όσο το τοπίο της, τον πλούτο της.
Όχι κατάντησε, την κατάντησαν, γιατί ως γνωστόν το τοπίο δεν σκαρώνει βρωμοδουλειές, ούτε προσπαθεί να μας τη φέρει. Αυτά μόνον οι άνθρωποι τα κάνουν. Αυτά μόνον οι αρμόδιοι που έχουν στα χέρια τους μια ολόκληρη πόλη να την διαχειριστούν, να την διορθώσουν. Ή να την χαντακώσουν. Εδώ, σήμερα μάλλον το δεύτερο συμβαίνει. Ο πολίτης έχει την αίσθηση πως παρακολουθεί μια ομάδα πρόθυμη για τα πάντα-δηλαδή για το τίποτα.
Να ο πρώτος φαύλος κύκλος που κατέστησε την Πρέβεζα πόλη που παριστάνει την πόλη. Μόνο μια δραστηριότητα ανθεί πλέον. Το καφενείο.
Σαν δηλητηριώδης επιδημία τα καφενεία, συνωστισμένα αποπνικτικά στο κέντρο, απλώνονται παντού, όπου θέλουν και όσο θέλουν, και τίποτα δεν δείχνει να μπορεί να τα περιορίσει ή να τα σταματήσει. Κι εκπέμπουν μ' όλη την εκκωφαντική ένταση των μεγαφώνων τους -πάντα παράνομα και αντικανονικά- αυτή τη μουσική τους που μας υποχρεώνουν ν' ακούμε βασανιστικά. Χωρίς να κόβουν και κανονικές αποδείξεις τα περισσότερα απ' αυτά. Και δεν υπάρχει αρμόδιος να ευαισθητοποιηθεί, επειδή, δεν ευαισθητοποιούμαστε εφ' όσον δεν ενδιαφερόμαστε και δεν ενδιαφερόμαστε εφ' όσον δεν ευαισθητοποιούμαστε. Άλλος ένας φαύλος κύκλος.
Άνοιξε κι εσύ ένα καφενείο-Μπορείς.

Αδηφάγα, ανεξέλεγκτα κι αδυσώπητα τα πάσης φύσεως καφενεία ορμούν στην ψυχή μας και τη λεηλατούν με χίλιους τρόπους. Προελαύνουν ακατάσχετα και νικηφόρα και μας ρουφούν τον ζωτικό μας χώρο - Δεν μπορούμε ν' ανασάνουμε - Μας πνίγουν -
Τα επιτρεπτά και τα ανεκτά όρια καταπατώνται και παραβιάζονται διαρκώς, εδώ όπου κάθε θεσμός και έμφραγμα, κάθε νόμος και εμβολή. Εδώ όπου βασιλεύουν οι ανευθυνοϋπεύθυνοι ή οι αμεριμνομέριμνοι σύμφωνα με τον έξοχο χαρακτηρισμό του Κοραή που μας θύμισε σ' ένα άρθρο του στην Καθημερινή ο Παντελής Μπουκάλας - Και δεν ιδρώνει τ' αυτί κανενός απ' αυτούς τους αμεριμνομέριμνους. Οι υπεύθυνοι ποτέ δεν παραδέχονται με ειλικρίνεια τα λάθη τους, πολύ περισσότερο τις ζαβολιές τους - Αυτοί, είτε δεν έχουν λεφτά, είτε δεν ξέρουν, είτε δεν μπορούν - Και πάντως δεν ευθύνονται για τίποτε - Άρα δεν είναι ένοχοι και για τίποτε. Άλλος ένας φαύλος κύκλος.
Αλλά εφ' όσον δεν έχουν, δεν ξέρουν, δεν μπορούν, ας μας επιτρέψουν τότε να τραγουδήσουμε κι εμείς παρέα με τον Γκάτσο:
τί 'θελε χωρίς αιτία
το πουλί στη Βοιωτία

Αλλά ας πάρουμε το νήμα από παραπάνω.
Η ντάπια, αυτός ο καταπληκτικός φυσικός πεζόδρομος, απ' τους ωραιότερους που έχω περπατήσει όσο λίγο έχω περπατήσει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, βρίσκεται σε δυσπερίγραπτα χάλια. Μόνοι οι συμπολίτες μας με φτυάρια με τσουγκράνες και με σκούπες προσπαθούν, όχι να καθαρίσουν γιατί αυτό είναι ακατόρθωτο από αυτούς, αλλά να απωθήσουν λίγο παρακάτω την κόπρο του Αυγείου, βρίζοντας τους αρμόδιους.
Κατάντησαν την Κυανή Ακτή γριά βρωμερή σβαρνιάρα, κουρελιάρα - Κάθε μέρα της κρεμούν κι' από έναν καινούριο μπερντέ για να κρύψουν, ας μην πω τι -
Τα Παλιοσάραγα προσφέρονται για ελεύθερο πάρκινγκ σ' όσους αναιδέστατους θέλουν τ' αυτοκίνητά τους δίπλα στο κύμα. Κι οι αρμόδιοι ούτε που φαντάζονται την καταστροφή που μπορεί να προκαλείται στα παλιά θεμέλια. Τα κάστρα μας έγιναν κοπρώνες -
Έρριψαν τα ιερά τοις κυσί -
Τότε; Ποιος θα υπερασπίσει το ανυπεράσπιστο τοπίο; Τα παιδιά βέβαια με τα σχολειά τους που πήραν σβάρα τις θάλασσες και τις αμμουδιές. Βέβαια, όταν πετάς ένα σκουπίδι δεν είναι τόσο κακό πράγμα όσο καλό είναι όταν σκύβεις να το μαζέψεις - Όμως η δική μας βρωμιά δεν είναι ευθύνη των παιδιών. Τα παιδιά, στους τόπους που καθάρισαν, έστησαν τρυφερές πινακίδες για ν' ακουστούν: Καθαριότητα - Τουρισμός - Πολιτισμός. Ή ακόμα: εμείς τα παιδιά θέλουμε τις θάλασσες και τις ακτές μας καθαρές. Κι αυτό το δεύτερο σαν πίνακας θαλασσινός με την υπογραφή του παιδιού που τον φιλοτέχνησε: Μπάλλας Ηλίας.
Έφιαξαν κι άλλες πινακίδες οι μαθητές αλλά οι ανευθυνοϋπεύθυνοι που λέμε θεώρησαν πως αυτές ήταν σκουπίδια κι αυτά τα σκουπίδια, τα πέταξαν.
Τι αποκόμισαν απ' αυτό τα παιδιά; Ότι οι μεγάλοι δεν σεβάστηκαν τον κόπο τους κι επομένως μάλλον δεν χρειάζεται να ξαναπροσπαθήσουν, εκτός κι αν εξαναγκαστούν. Ή, ακόμα χειρότερα, να πάρουν εμάς για παράδειγμα κι όταν με τη σειρά τους μεγαλώσουν, να μετατρέψουν το δικό τους περιβάλλον σε χωματερή και να βάλουν τα δικά τους παιδιά να καθαρίσουν τον δικό τους κοπρώνα μια κι έτσι γίνεται. Οι πινακίδες όμως που θ' αναρτήσουν τα παιδιά των παιδιών μας θα γράφουν με πίκρα: εδώ κάποτε η πόλη ήταν όμορφη - Διότι ενδεχομένως κι αλίμονό μας, μπορεί να σκεφτούν ότι τίποτε δεν είναι τόσο κακό ώστε να μην μπορεί να γίνει χειρότερο. Μια απάντηση που το παρόν δεν μπορεί να δώσει. Τις απαντήσεις θα τις βρούμε στο μέλλον όταν, φοβούμαι, θάναι πια αργά.
Δεν ξέρω αν και πόσο αμαρτήσαμε προς το παρελθόν, αισθάνομαι όμως πως αμαρτάνουμε ξεκάθαρα προς το μέλλον- Μας απομένει σήμερα μια διεστραμμένη κατασπατάληση της ομορφιάς της πατρίδας μας που τείνουν ορισμένοι να την διαμελίσουν και να την μοιραστούν μεταξύ τους - Και μπροστά στα μάτια μας βλέπουμε μια ανόσια συναλλαγή - Εγώ θέλω αυτήν την πλατεία για να στήσω τις καρέκλες μου - ή τα ψέματά μου - Πάρ' την - Εγώ θέλω αυτόν τον δρόμο για να βγάλω λεφτά - Πάρ' τον - Εγώ θέλω αυτόν τον τοίχο να καρφώσω τις ιδεοληψίες μου - Παρ' τον
Κι αν έλεγα πως εγώ θέλω το ιερό του Αη-Χαράλαμπου για να στήσω μέσα το τσαντήρι μου, κι ήταν στο χέρι τους να το επιτρέψουν ή να το απαγορεύσουν, κανένας δεν θα μου έλεγε όχι.
Και τα βάσανα της πόλης δεν έχουν τελειωμό, όπως θάλεγε κι ο Παπαδιαμάντης.
Μοστράρει εδώ στο Σαϊτάν-Παζάρ μία μη καταγεγραμμένη επισήμως πράξη αντίστασης. Οι πρεβεζάνοι που λέτε και, αυθαίρετα πάντα, πριν από 137, ας πούμε, χρόνια - για να τοποθετήσουμε το γεγονός όχι μόνον στον χώρο αλλά και στον χρόνο, τηρώντας τον κανόνα που ορίζει η τραγωδία - οι πρεβεζάνοι λοιπόν άλειψαν το γκαλντερίμι με σαπούνι κι ο σκληρός και βίαιος στρατιωτικός διοικητικής που δεν ξέρουμε ποιος ήταν γλίστρησε, έπεσε και φώναξε: Σαϊτάν Παζάρ - Κι από τότε ο δρόμος βαφτίστηκε έτσι -
Ο σκληρός και βίαιος στρατιωτικός διοικητικής, αποκλείεται να φώναξε πέφτοντας Σαϊτάν-Παζάρ. Είναι σίγουρο πως, ως Τούρκος, θα ανέκραζε το ηρωϊκό και διαχρονικό ασηχτήρ σαϊτάν παζάρ.
Νάτο λοιπόν το χαμόγελο -
Έτσι, στην πλάκα πλάκα, αρχίζει το παιχνίδι της ιστορικής διαστρέβλωσης. Με μια ελαφρότητα που προσεγγίζει την αγαλλίαση, το ρίχνουμε στο καλαμπούρι κι αφήνουμε να κυκλοφορούν διάφορα ανέκδοτα που περνούν για ιστορία με περιγραφές που προκαλούν γέλια. Έτσι μιας πήρε η κατρακύλα - Με γέλια -
Τι θέλω να πω μ' αυτό -
Ό,τι πλανιέται σαν μύθος το αφήνουμε, κι αν αντέξει, γίνεται τραγούδι.
Δεν μπορούμε για παράδειγμα να καρφώσουμε μαρμάρινη πινακίδα στο γεφύρι της Άρτας και να πούμε ότι εδώ ο πρωτομάστορας έχτισε τη γυναίκα του. Απλούστατα αυτό δεν γίνεται. Κι οι αρμόδιοι δεν αναθέτουν σ' αυτούς τους συμπατριώτες μας, που ξέρουν την ιστορία μας, ν' απαλλάξουν την Πρέβεζα απ' τα πάσης φύσεως ψεύδη που είναι αναρτημένα ή που ετοιμάζονται ν' αναρτηθούν.
Μας απειλεί το μνημόνιο και το αντιμνημόνιο, μας απειλούν οι μεγάλοι της γης μας απειλούν και οι μικροί.
Φαίνεται πως έχουμε βάλει πλώρη για έναν άλλο κόσμο που πλησιάζει ύπουλα κι' αθόρυβα. Δεν λέμε πια όχι σε τίποτα επειδή δεν παίρνουμε είδηση και δεν παίρνουμε είδηση επειδή δεν λέμε πια όχι. Να κι άλλος ένας φαύλος κύκλος, ενδεχομένως ο χειρότερος.
Κι εμείς μέσα σ' αυτόν τον ορυμαγδό, ψάχνουμε να βρούμε την πατρίδα μας -
Επειδή σε τελευταία ανάλυση, πατρίδα είναι η αρχή και το τέλος ενός δρόμου -
Αυτό που θέλεις να βρεις πάντα επιστρέφοντας. Διότι πατρίδα είναι αυτό που πάντα ξαναβρίσκεις - Ή που αποχαιρετάς -
Και θα τελειώσω μ' έναν στίχο του Μπρέχτ:
Από τους καρχαρίες γλίτωσα
Τις τίγρεις τις εφόνευσα
Με καταβροχθίσαν οι κοριοί.

Πρέβεζα 4 Αυγούστου 2012

Αγγελική Τσόλκα - Στεφοπούλου


 
 
 
ΑΡΧΙΚΗ   l   ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ   l   ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ   l   ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ   l   ΧΡΗΣΙΜΑ
                       Πολιτιστικός Σύλλογος Πρεβεζάνων Αθήνας | έτος ιδρύσεως 1979, Πρεβεζάνοι, Πρέβεζα
Ιστορικό Διοικητικό Συμβούλιο Μέλη Χορηγοί Δραστηριότητες Εφημερίδα Ανακοινώσεις Επικοινωνία