ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΠΡΕΒΕΖΑΝΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
menu
Φωτογραφίες
Αρθρογραφία
 
  Το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα και η επανάσταση του 1821

Πανηγυρικός που εκφωνήθηκε από τον καθ. κ. Μιχαήλ Γ. Λουκά στις 24 Μαρτίου 2010, στο Νέο Πολιτιστικό Κέντρο Πρεβέζης, στα πλαίσια του εορτασμού της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου 1821, σε εκδήλωση οργανωθείσα από το Δήμο Πρεβέζης.

Αιδεσιολογιότατε, εκπρόσωπε του Σεβασμιωτάτου,

Κύριε Δήμαρχε,

Αντινομάρχη κα Ζέρβα και μαθήτριά μου στο Γεωπονικό Παν/μιο,

Αγαπητοί Συμπατριώτες,

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Δήμαρχο Πρεβέζης κ. Μιλτιάδη Κλάπα για την τιμή που μου έκανε να μου αναθέσει την εκφώνηση του πανηγυρικού στα πλαίσια του εορτασμού της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου 1821. Επί πλέον τον ευχαριστώ για τα πολύ καλά και θερμά του λόγια.

Για την εποποιία του 1821 έχουν γραφεί δεκάδες χιλιάδες σελίδες και έχουν εκφωνηθεί χιλιάδες λόγοι. Όμως, η εποποιΐα του 1821 είναι γεγονός πολύπλευρο που υπερβαίνει τα Αριστοτέλεια, «το συμβεβηκός» και το «ενδεχόμενον», δηλαδή το εκάστοτε ορατό και το προβλεπόμενο. Επιπλέον το Εικοσιένα δεν βρίσκεται στα χαρτιά. Χώρος του είναι η ψυχή και η καρδιά των Ελλήνων. Κι' ο χώρος αυτός δεν έχει όρια. Με αυτές τις σκέψεις, ζητώ εκ προοιμίου την κατανόησή σας στην ανάπτυξη του θέματος της ομιλίας μου που είναι «Το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και η επανάσταση του 1821».

Δεν αποφεύγω την κοινοτοπία λέγοντας ότι ο πολιτισμός των αρχαίων Ελλήνων είναι κλασικός. Κλασικό θεωρείται το αξεπέραστο, εκείνο που χρησιμεύει ως πρότυπο προς δημιουργία. Με αφετηρία την Μυκηναϊκή εποχή θα συναντήσουμε τον Ησίοδο με τα γεωργικά του παραγγέλματα, με το θησαυρό της λαϊκής εμπειρίας, με την προφιλοσοφική κοσμογονία του. Ακολουθεί η αφύπνιση του πνεύματος και η φυσιοκρατική φιλοσοφία. Εδώ διατυπώθηκε η ιδέα της αΰλου και ασυλλήπτου δυνάμεως των αρχικών στοιχείων. Εδώ χαράχθηκαν οι δρόμοι της γνώσης και της έρευνας. Εδώ ιδρύθηκαν οι περισσότερες επιστήμες και τέθηκαν τα θεμέλια πολλών άλλων. Εδώ η ιδέα του ατόμου, εδώ το μυστήριο του ηλεκτρισμού. Μέσα σε δύο αιώνες, από το 600 έως το 400 π.Χ., η Ελλάδα έδωσε στον παγκόσμιο πολιτισμό όσα δεν έδωσαν τρεις χιλιετηρίδες όλων των άλλων πολιτισμών.

Οι αρχαίοι Έλληνες τοποθέτησαν στην πλέον περίοπτη θέση, υπεράνω όλων, τον άνθρωπο ως ελεύθερη προσωπικότητα, όπως άλλωστε φανερώνει η φράση των σοφιστών «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος». Ο ελεύθερος άνθρωπος, ο δίκαιος, ο άνθρωπος ζυγαριά της ζωής, που γεννήθηκε στα χαράματα της ελληνικής σκέψης από τους παμπάλαιους καιρούς, όταν ο Οιδίποδας κατάργησε τη Σφίγγα και τον εφιαλτικό της κόσμο λέγοντας μόνο μια λέξη: «ο άνθρωπος». Έθεσαν τις βάσεις των διαφόρων πολιτειακών συστημάτων επί των οποίων στηρίζονται τα σημερινά πολιτεύματα με κορύφωμα τη Δημοκρατία. Θέσπισαν κανόνες που καθόριζαν κατά τον πλέον αρμονικό τρόπο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ατόμου και του κοινωνικού συνόλου και εφάρμοσαν σειρά μέτρων που αποτελούν τις βάσεις της ιδέας της ισοπολιτείας και της κοινωνικής πρόνοιας. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος απέκτησε καθαρή συνείδηση για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Δεν μέθυσε από τα δικαιώματα, δεν εξουθενώθηκε από τις υποχρεώσεις. Πήρε και από τον αναρχούμενο ατομισμό και από την πειθαρχημένη υποταγή όλα τα γόνιμα στοιχεία και δημιούργησε το καταπληκτικό ανθρώπινο θαύμα που ονομάζεται ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.

Οι αρχαίοι Έλληνες εφεύραν όλα τα είδη του λόγου και τα ανήγαγαν σε ανυπέρβλητο ύψος τελειότητας. Δημιούργησαν από τα προϊόντα του λαϊκού πνεύματος τα αθάνατα μνημεία της λογοτεχνίας, που αποτελούν πρότυπα κατά τη μορφή και το περιεχόμενο, μετέτρεψαν το μύθο και τα ιστορικά ενθυμήματα στην επιστήμη της Ιστορίας, μεταμόρφωσαν τα πρωτόγονα ξόανα σε μνημεία αρρήτου μεγαλείου, εισάγοντας στην Τέχνη τους κανόνες του μέτρου, της αρμονίας και της χάριτος, δέχτηκαν στις ακρογιαλιές μας την Αστάρτη και τη μετέτρεψαν σε Αφροδίτη.

Εμβάθυναν στα μυστήρια της φύσεως μεταμορφώνοντας το χάος των μυθικών δοξασιών σε φιλοσοφία και επιλήφθηκαν της λύσεως προβλημάτων αιωνίου και οικουμενικού ενδιαφέροντος, όπως η γένεση του κόσμου, η προέλευση του ανθρώπου, ο προορισμός του στη γη, το μέλλον του μετά την έξοδό του από τον κόσμο αυτόν, η έννοια του θεού και άλλα. Τα φιλοσοφικά συστήματα που ίδρυσαν και οι μεταφυσικές και άλλες τους θεωρίες αποτελούν ακόμη και σήμερα την αφετηρία της σύγχρονης ανθρώπινης διάνοιας.

Εδώ δημιουργήθηκαν ιδέες, αξίες και αρετές με ακατάλυτο κύρος που πέτυχαν την αρμονική συνύπαρξη του υλικού με τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό. Εδώ δημιουργήθηκαν οι ιδέες της πατρίδος και της φιλοπατρίας. Έτσι με τον Όμηρο ανατρέπεται το κυρίαρχο στην εποχή του πνεύμα των λαών. Μέχρι τότε οι βασιλείς ήταν οι μόνες ηρωϊκές μορφές. Στην αρχαία Αίγυπτο δεν υπάρχουν ήρωες πλην των Φαραώ. Δεν υπάρχουν υπέρ πατρίδος πεσόντες. Όμως στον Όμηρο έχει αφυπνισθεί η έννοια της πατρίδος και μαζί της και η έννοια της φιλοπατρίας. Ταυτόχρονα η ιδέα της ελευθερίας ανυψώθηκε σε ύψιστη αρετή.

Πώς μπορεί κανείς να εκφράσει εναργέστερα την αγάπη προς την πατρίδα από τον ομηρικό στίχο

«Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης»

και ποιος λόγος δονεί ισχυρότερα τις καρδιές από τον αφορισμό του Σωκράτη:

«Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστιν η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ' ανθρώποις τοις νουν έχουσιν».

Στους αρχαίους Έλληνες απαντάται και η αξιωματική στάση των εναρέτων ανδρών να ιεραρχούν υπεράνω του ύψιστου αγαθού, που είναι η ίδια η ζωή, τον ένδοξο θάνατο για την ελευθερία. Αυτή η αποτίμηση της ζωής δημιούργησε τη χορεία των ηρώων της ελληνικής Ιστορίας. Αυτή η φιλοσοφία και στάση ζωής που συμπυκνώνεται στη ρήση του Ρήγα «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή» αποτελεί αντανάκλαση και απόηχο του χωρικού του Λυκούργου: «Ου ποιήσομαι περί πλείονος το ζην της ελευθερίας», δηλαδή «δεν θα προτιμήσω την ζωή από την ελευθερία».

Είναι μοναδική περίπτωση στην ιστορία των λαών το πνεύμα να είναι τόσο στενά δεμένο με την πολεμική αρετή. Στον Παρθενώνα, που αποτελεί το ύψιστο ανάθημα της πόλεως των Αθηνών στην προστάτιδα θεά της, για τη νίκη εναντίον των Περσών, ο Φειδίας θέλει τη θεά Αθηνά σκεπτόμενη και ταυτόχρονα οπλισμένη. Η αχανής Ασία δεν νικήθηκε από υπέρτερες δυνάμεις. Νικήθηκε από τη γενναιότητα των Ελλήνων, από τα τραγούδια του Ομήρου, από την ευρυθμία του Παρθενώνα, από την αιχμή του φιλοσοφικού δόρατος. Αυτή η άρρηκτη σχέση Σοφίας και Γεναιότητας διατήρησε αλώβητο τον Ελληνισμό και σταθερό τον βηματισμό του στα ανηφορικά σκαλοπάτια των χιλιετηρίδων.

Η τουρκική κατοχή προκάλεσε δραματική πτώση της πολιτιστικής στάθμης στη χώρα μας. Τον κίνδυνο να αφανιστεί πνευματικά το Γένος τον έβλεπε άμεσο και επικείμενο ο πρώτος μετά την άλωση πατριάρχης Γενάδιος Σχολάριος. «Ούτω της των λόγων τέχνης αμελουμένης, μη μόνον σοφίας κινδυνεύομεν στερηθήναι και μαθημάτων, αλλά και την φωνήν αυτήν ημών (τη γλώσσα) αγνοήσαι».

Όμως το αρχαίο ελληνικό πνεύμα ζυμωμένο και σφυρηλατημένο με την κοινή εθνική συνείδηση που διαμορφώθηκε το πρώτον από τις ραψωδίες του Ομήρου, σιγόκαιε αλώβητο στα βάθη της ψυχής των σκλαβωμένων Ελλήνων, αφού το γένος μας το απέκρυψε επιμελώς, τόσο στις πεδιάδες, όπου οι γέροντες, όμοια ξωτικά, σαν δράκοι των παραμυθιών το προστάτευαν, όσο και στους ορεινούς όγκους και δρυμούς, όπου οι αρματολοί και κλέφτες σαν πνεύματα χθόνια, πατρώα μαζί με τις νεράιδες των θρύλων το περιφρουρούσαν, αυτό το αποθεματικό της καταβολής του ελληνισμού, αλλά και στην παραθαλάσσια και νησιωτική Ελλάδα, όπου οι ναυτικοί μας, σαν άλλα πνεύματα ενάλια, το διαφύλλαξαν, αυτόν τον αποθησαυρισμένο πλούτο των ελληνικών αιώνων.

Με το μύθο, το θρύλο και την ποίηση διατηρήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, ζωντανό το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Όχι με την όραση, αλλά με την ενόραση, την οπτασία. Όχι με το άκουσμα, αλλά με το άφτιασμα. Ψιθυριστά σαν θρόισμα περνούσε από στόμα σε στόμα στους δρόμους και στις πλατείες, ή μέσα από τα θυμιατά των ταπεινωμένων μας ναών, αλλά και σαν γλυκόπιοτο δοξαστικό παραμύθι από τον παππού στον εγγονό. Αυτή η κρυφή μύηση διατήρησε 400 χρόνια σκλαβιάς ακέραιες τις καταβολές του ελληνισμού. Με ιστορίες βγαλμένες λες από παραμύθια ζωντάνευαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, ο Περικλής, ο Μιλτιάδης, ο Λεωνίδας. Την επιμαρτυρία της αθανασίας του Μ. Αλεξάνδρου προσωποποίησαν στην αναδυόμενη γοργόνα που βεβαίωνε μεσοπέλαγα τους θαλασσινούς ότι «ο βασιλιάς Αλέξανδρος ζή και βασιλεύει». Ο κατακτητής καρπολογούσε την Ιστορία. Ο υπόδουλος Έλληνας ανθολογούσε το μύθο.

Ενώ λοιπόν η κρυφή μύηση διατήρησε ζωντανή την εθνική συνείδηση, το φρόνημα των σκλαβωμένων Ελλήνων αναπτέρωνε ο περήφανος στίχος του δημοτικού τραγουδιού.

«Όσο είν' ο κλέφτης ζωντανός, Τούρκο δεν προσκυνάει.

Κι' αν πέσει το κεφάλι του, δεν μπαίνει σε ταγάρι

Το παίρνουν οι σταυραετοί να θρέψουν τα παιδιά τους

Να κάνουν πήχυ το φτερό και πιθαμή το νύχι»

Αυτός ο βροντόλαλος, ο καρδιοκλέφτης στίχος μετέφερε απ' άκρη σ' άκρη της σκλαβωμένης Ελλάδος τα ηρωικά μαντάτα και τα γενναιόφρονα μηνύματα των προσκόπων της λευτεριάς, χαλκεύοντας την πεποίθηση ότι ο Τούρκος δυνάστης δεν είναι αήττητος και ότι η ημέρα της απελευθέρωσης πλησιάζει. Εθνικό Ευαγγέλιο γίνεται το δημοτικό τραγούδι. Δεν μπορεί να το κυνηγήσει ο Τούρκος, να το πνίξει, να το φιμώσει, να το σβύσει. Είναι άπιαστο, ανυπότακτο, φτερουγιστό. Φτερουγίζει από κορφοβούνι σε κορφοβούνι, από αρχιπέλαγος σε αρχιπέλαγος, από ψυχή σε ψυχή.

Ακόμη και όταν οι Έλληνες, απογοητευμένοι από τη στάση της Ευρώπης, αντιλήφθηκαν το μάταιο της ξενικής προσδοκίας, τότε και πάλι το δημοτικό τραγούδι διαλάλησε τη στροφή του έθνους προς τις δικές του δυνάμεις και την αυτοπεποίθηση, όπως αυτή επιγραμματικά εκφράζεται στους ακόλουθους στίχους:

«Όσο είναι ο Λιάκος ζωντανός, Πασσά δεν προσκυνάει!

Πασσά έχει ο Λιάκος το σπαθί, Βεζύρι το ντουφέκι . . .».

Να, λοιπόν γιατί στα χρόνια της τουρκοκρατίας άναψε επανειλημμένα η θρυαλλίδα για τις έντεκα μικρές και μεγάλες εξεγέρσεις, πότε στη Μάνη, πότε στον Πόντο, πότε στην Ήπειρο, από τον Κλαδά Κορκόδυλο, ο οποίος από το 1463 επικεφαλής αξιόλογων δυνάμεων πολεμούσε τους Τούρκους στην περιοχή της Μάνης, μέχρι τον θαλασσομάχο Λάμπρο Κατσώνη.

Δεν έλειψαν, όμως, ειδικότερα μετά τα πρώτα 200 χρόνια της σκλαβιάς και τα σημεία αναζωπύρωσης της πνευματικής ζωής του έθνους. Μεγάλο κέντρο αναγέννησης της χειμαζόμενης Παιδείας μας υπήρξαν τα Γιάννενα τα οποία δικαίως τα αποκάλεσαν «Διδασκαλείο του Ελληνισμού». Στα Γιάννενα λειτουργούσαν τρεις Σχολές: Η του Επιφανείου Ηγουμένου, η οποία ιδρύθηκε το 1647 από τον γιαννιώτη έμπορο στη Βενετία Επιφάνειο Ηγούμενο, η του Εμμανουήλ Γκιόνμα, η οποία ιδρύθηκε το 1676 από τον εμπορευόμενο στη Βενετία Εμμανουήλ Γκιόνμα και η «Μαρουτσέα Σχολή», η οποία ιδρύθηκε από τους επίσης εμπορευόμενους στη Βενετία αδελφούς Λάμπρο και Σίμο Μαρούτση και στην οποία πρώτος σχολάρχης υπήρξε το 1742 ο κληρικός και διδάσκαλος του γένους Ευγένιος Βούλγαρις. Από το 1796 η Μαρουτσέα Σχολή θα ονομασθεί «Καπλάνειος Σχολή», προς τιμή του εμπορευόμενου στη Ρωσία χορηγού της Ζώη Καπλάνη. Αργότερα, το 1828 ιδρύθηκε η «Ζωσιμαία Σχολή» από τους αδελφούς Ζωσιμάδες, οι οποίοι ήδη από το 1793 ενίσχυαν με τεράστια ποσά τις παιδευτικές προσπάθειες στις ελληνικές παροικίες της κεντρικής Ευρώπης.

Θα αναφέρω επίσης ενδεικτικά την ιδρυθείσα το 1749 Αθωνιάδα Ακαδημία, την οποία ανέδειξε ως Διευθυντής και διδάσκαλος ο μνημονευθείς Ευγένιος Βούλγαρις, τη Σχολή του Πατριαρχείου, η οποία ονομάστηκε «Μεγάλη του Γένους Σχολή», επειδή απετέλεσε την κιβωτό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, φιλοσοφίας και ιστορίας, τις Σχολές στο Ιόνιο και εκείθεν τις Σχολές της Βενετίας, της Ρώμης, του Λιβόρνο, της Βιέννης, την από το 1690 ιδρυθείσα «Ηγεμονική Ακαδημία του Βουκουρεστίου» στην οποία δίδαξαν άντρες όπως ο κληρικός και λόγιος Γρηγόριος Κωνσταντάς και ο επίσης κληρικός και λόγιος Νεόφυτος Δούκας, ο οποίος υποστήριζε ότι «Πρέπει να μανθάνωμεν εντελέστερα των προγόνων την γλώσσαν, εάν θέλωμεν να μείνωμεν Έλληνες», τη Σχολή των Κυδωνιών και το Φιλολογικό Γυμνάσιο της Σμύρνης.

Από τις Σχολές αυτές ξεπήδησαν υπέροχοι και μαρτυρικοί απόστολοι της παιδείας και της ελευθερίας, όπως ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος υπήρξε σπουδαστής της Αθωνιάδος Ακαδημίας και μαθητής του Ευγενίου Βούλγαρη. Από τα σπλάγχνα της ελληνικής παιδείας θα βγουν οι ηγεμόνες της Βλαχίας και οι μεγάλοι δραγομάνοι, οι Υψηλάντηδες, οι Μουρούζηδες, οι Καρατζάδες και οι Μαυρογένηδες. Από τα σχολεία της Ζαγοράς και των Αμπελακίων θα αναδειχθεί ο Ρήγας για να ολοκληρώσει την υπέροχη μορφή του ως εθνοκήρυκα και εθνομάρτυρα, από την κερκυραϊκή σχολή θα εκπηδήσει ο Καποδίστριας, από σχολείο της Σμύρνης θα εκκινήσει ο μεγάλος Αδαμάντιος Κοραής.

Καίτοι ο αριθμός των ελληνόπουλων, που μπορούσαν ή είχαν τη δυνατότητα άμεσης επαφής με τα γράμματα, ήταν εξαιρετικά περιοριορισμένος, οι Σχολές και τα σχολεία του κυρίως ελλαδικού χώρου μαζί με τα εκπαιδευτικά ιδρύματα των ελληνικών παροικιών απετέλεσαν τη θερμοκοιτίδα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και τα φωτεινά σημεία επαφής προς τα μεγάλα μνημεία της παράδοσής μας που συντηρούσαν την εθνική συνείδηση και αναρρίπιζαν το αίσθημα της υπεροχής των Ελλήνων, το οποίο ήταν ένα από τα πρωταρχικά στοιχεία του εθνικού μας ξεσηκωμού. Οι Σχολές και τα Σχολεία αυτά κατά τον Άνθιμο Γαζή αναδείχθηκαν «σε πηγή όλων των καλών της ελληνικής κοινωνίας, η πηγή του πατριωτισμού και της αρετής, η πηγή της αληθινής ελευθερίας και ευδαιμονίας».

Ανέφερε σχετικά ο Κολοκοτρώνης στην ομιλία του - υποθήκη για τους νέους - στην Πνύκα: «Εις αυτήν την δυστυχισμένην κατάστασιν μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετέφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία. Τους χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς όταν κάποιος άνθρωπος από το λαό εμάνθανεν γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμε ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθε εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι». Συνέβη λοιπόν το συγκλονιστικό γεγονός όλοι σχεδόν οι Έλληνες να γνωρίζουν για τον Λεωνίδα, τον Σωκράτη, τον Θεμιστοκλή, τον Αριστείδη, χωρίς οι περισσότεροι να γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή.

Έτσι, κάθε προσευχή για λευτεριά που επαναλαμβάνονταν επί αιώνες με την ίδια πάντοτε θέρμη και την ίδια γελαστή ελπίδα, κάθε αναστεναγμός και του πιο απλού ανθρώπου του αποκλεισμένου στις ορεινές κοιλάδες της Ρούμελης, του Μωριά και της Ηπείρου, κάθε χτύπος προσμονής της καρδιάς και του πιο ταπεινού ψαρά στα ακρογιάλια του Αιγαίου, ανάβλυζαν από τον ίδιο καϋμό και λαχτάρα, από τον ίδιο πατριωτικό μυστικισμό, απ' αυτόν που διαμόρφωνε και τη σοφή σελίδα του Κοραή, απ' αυτόν που εμφιλοχωρούσε και σε μια ενθουσιώδη στροφή του Ρήγα.

Ποτέ λοιπόν δε νεκρώθηκε στο υποσυνείδητο της φυλής η μνήμη της άφθαρτης δόξας του αρχαίου μεγαλείου. Γραμματισμένοι και αγράμματοι έβλεπαν με την ενόρασή τους να ακτινοβολεί στο διηνεκές η αίγλη του Παρθενώνα. Οι πρώτοι, εξέφραζαν το φως της ελληνικής ιστορικής συνείδησης και οι πολυπληθέστεροι δεύτεροι την πυρωμένη ανθρακιά της Ελληνικής ιστορικής πίστης. Χωρίς τους πρώτους, τους λίγους, η Ελλάδα δεν θα είχε φωνή. Χωρίς τους δεύτερους, τους πολλούς, η Ελλάδα δεν θα είχε σφυγμό. Χωρίς τους πρώτους δεν θα είχε προβολή. Χωρίς τους δεύτερους δεν θα είχε καταβολή.

Αυτή η ιστορική παράδοση, αυτό το πνεύμα ήταν που όρθωσε κορμιά και όπλισε χέρια, με συνέπεια τα βογγητά και τα μοιρολόγια, οι προσευχές και τα τραγούδια, οι χρησμοί και τα παραμύθια τόσων αιώνων, να συμπτυχθούν στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας σε μια μυριόστομη κραυγή: «Ελευθερία ή θάνατος», δίνοντας έτσι απάντηση στο πονεμένο ερωτηματικό του Ρήγα «ως πότε παλληκάρια;».

Ρίγη ενθουσιασμού διαπέρασαν όλες τις ελληνικές καρδιές της διασποράς και όλους τους φιλέλληνες οι οποίοι έβλεπαν στην ελληνική επανάσταση την ανάσταση της αρχαίας Ελλάδος. «Ξύπνα, η Ελλάδα ξύπνησε, ξύπνα ώ ψυχή και σύ» γράφει με συγκίνηση ο λόρδος Βύρων μόλις πληροφορείται για την επανάσταση. Συγκλονισμένοι οι Έλληνες σπουδαστές εγκαταλείπουν τα θρανία των ευρωπαϊκών Παν/μίων και γυρίζουν μαζικά στη φλεγόμενη πατρίδα. Ανώνυμος σπουδαστής γράφει από τη Βιέννη στις 18 Μαΐου 1821: «Σήμερα αναχωρώ από δω. Το ξέρετε για πού. Ο καθένας τώρα αναζητάει δόξα προγονική». Ο Νικόλαος Γκίκας σπουδαστής από το Παρίσι γράφει στους γονείς του στις 7 Ιουνίου 1821: «Μαζί με τις γραμμές αυτές ίσως παίρνετε και τους τελευταίους μου χαιρετισμούς. Πάω για να πεθάνω. Αύριο αναχωρώ για την Πελοπόννησο». Η είδηση του ξεσηκωμού βρήκε την ανεπανάληπτη εθνική μορφή, τον Γεώργιο Γεννάδιο, να διδάσκει τα ελληνόπουλα στο ελληνικό γυμνάσιο του Βουκουρεστίου. Πέταξε αμέσως το βιβλίο που κρατούσε στο αναμμένο τζάκι και με φωνή που έπαλλε από ενθουσιασμό και συγκίνηση είπε στους μαθητές του: «Ήλθεν η ώρα να δείξετε προς τον κόσμον, όστις σας κοιτάζει και προς την πατρίδα ήτις ελπίζει προς εσάς, ότι είσθε γνήσια αυτής τέκνα. Η πατρίς αφού σας ευεργέτησε γεννήσασα υμάς Έλληνες, τώρα σας παρέχει και άλλην πολύ μεγαλυτέραν ευεργεσίαν να πολεμήσετε και να αποθάνετε ως Έλληνες υπέρ αυτής. Αφού σας έδωσε την ζωήν, τώρα σας προτείνει την αθανασία. Πρόγονοι και πατέρες τριών χιλιάδων ετών, ήρωες, μάρτυρες, σοφοί, σας κοιτάζουν από τον ουρανόν και σας φωνάζουν. Μάχεσθε υπέρ πίστεως και πατρίδος. Των παλαιών Αθηνών οι νέοι σας προσκαλούν να ορκιστείτε τον όρκον εκείνων. Γονατίσατε και ορκισθείτε».

Το «Ελευθερία ή θάνατος» δεν ήταν σχήμα λόγου, δεν ήταν σύνθημα πολιτικό ούτε πολεμικό έναυσμα. Ήταν όρκος φρικτός ενώπιον θεού και ανθρώπων με αμετάκλητη αποφασιστικότητα. Κάθε ξεσηκωμένος Έλληνας ήταν την ώρα εκείνη η συνειδητή ενσάρκωση της ιδέας της Ελευθερίας και η ιδέα αυτή δεν ήταν μόνο πνεύμα ήταν και πράξη, δεν ήταν μόνο λόγος ήταν σπαθί και καριοφίλι. Ήταν απόφαση θανάτου. Αλλά χωρίς απόφαση θανάτου δεν υπάρχει το ενδοξότερο της ζωής στεφάνωμα? η αθανασία . Αυτή την απόφαση διατράνωσαν σε διακοίνωσή τους στις 26 Μαρτίου 1821 στους προξένους των ευρωπαϊκών κρατών που βρίσκονταν στην Πάτρα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Προκόπιος, ο Ζαΐμης, ο Λόντος και ο Ρούφος: «Απεφασίσαμεν σταθερώς ή ν' αποθάνωμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν».

Θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί και ως παράλογη απόφαση, αφού δεν υποκινήθηκε από τη λογική αλλά από την υπερλογική λαχτάρα, αφού η σκέψη δε θα τολμούσε να ζητήσει από την πράξη εκείνο που η ψυχή ζήτησε τόσο αδίστακτα. Πώς μια χούφτα άνθρωποι, ξαρμάτωτοι, πεινασμένοι, ανοργάνωτοι, μέσα σε μια Ευρώπη λυσσαλέα αντιδραστική, τόλμησαν, χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια, να σηκώσουν κεφάλι εναντίον μιας πανίσχυρης αυτοκρατορίας; Όπως γράφει ο εθνικός μας ποιητής:

«Μοναχή το δρόμο επήρες

εξανάλθες μοναχή!

Δεν είν' εύκολες οι θύρες,

εάν η χρεία τες κουρταλεί»

Πώς τόλμησαν να ανατρέψουν τις πολυθρύλητες αρχές της Ιερής Συμμαχίας; Να βιάσουν την απαγόρευση περί ενόπλων πολιτικών μεταβολών; Να περιφρονήσουν το διπλωματικό κατασκεύασμα περί ισορροπίας των Δυνάμεων το οποίο θεωρούσε μέγα θέσφατο η τότε Ευρωπαϊκή διπλωματία;

Αυτά τα ερωτηματικά βασάνιζαν και τους Τούρκους. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του μπέη προς τους πασάδες και τους σερασκέρηδες Αρβανίτες που συγκεντρώθηκαν στην Άρτα προκειμένου να συζητήσουν στο πρώτο ξέσπασμα της Επανάστασης. «Πασάδες και μπέηδες, θα χαθούμε. Θα χαθούμε! Ετούτος ο πόλεμος δεν είναι μήτε με τον Μόσκοβον, μήτε με τον Εγγλέζο, μήτε με τον Φραντζέζο. Αδικήσαμεν τον ραγιά και από πλούτη και από τιμή και τον αφανίσαμε? και μαύρισαν τα μάτια του και μας σήκωσε ντουφέκι. Και ο Σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται? τον γελάνε εκείνοι οπού τον τρογυρίζουν. Και τούτη είναι η αρχή, οπού θα χαθή το βασίλειόν μας. Πλερώνομε βαριά να βρούμε προδότη και δεν στέκει τρόπος να μαρτυρήση κανένας το μυστικόν, να μάθωμε, μόνος του ο ραγιάς πολεμεί ή και οι Δυνάμες; Δι' αυτό πλερώνομε και παλουκώνουμε και σκοτώνομε και αλήθεια ποτέ δεν μάθαμε».

Η ασάλευτη πίστη ότι για τους Έλληνες είναι κατορθωτά όσα ο ψύχραιμος λογισμός θεωρεί αδύνατα, δεν είναι απαύγασμα μυστικισμού, αλλά καταστάλαγμα αιώνων, αρχής γενομένης από τα ομηρικά έπη. Ιδού π.χ. πώς διηγείται ο Μακρυγάννης τη συνομιλία που είχε με το Γάλλο ναύαρχο De Rigny, όταν ετοίμαζε την οχύρωση των Μύλων για άμυνα κατά του Ιμπραήμ. «Εκεί οπούφκειανα τις θέσες εις τους Μύλους ήρθε ο Ντερνύς να με ιδή. Μου λέγει: «Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσες είναι αδύνατες? τι, πόλεμο θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού; Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσες όπως και εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός οπού μας προστατεύει? και θα δείξωμεν την τύχη μας σ' αυτές τις θέσες τις αδύνατες. Και αν είμαστε ολίγοι μπρος εις το πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριώμαστε με έναν τρόπο, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε? Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Κι' οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν? κι' όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν». Με τα λόγια αυτά του Μακρυγιάννη, η Ελευθερία ξεπηδά μέσα από αίματα και ολοκαυτώματα, μέσα από το όριο εκείνο όπου η ζωή υπερβαίνεται με την απόφαση του θανάτου και ο θάνατος γίνεται το αδήριτο τίμημα της ζωής και της συνέχειάς της.

Στη μάχη που έγινε τα αιγυπτιακά στρατεύματα επιτέθηκαν με σφοδρότητα και κατά κύμματα εναντίον των ελληνικών θέσεων. Όλες οι επιθέσεις αποκρούστηκαν με σοβαρές απώλειες των Αιγυπτίων. Αναγκάστηκε έτσι ο Ιμπραήμ να αποσυρθεί στο Άργος και να σωθεί το Ναύπλιο που ήταν ο στόχος του. Ενώ λοιπόν ο ναύαρχος De Rigny μίλησε με στρατιωτικούς όρους ο στρατηγός Μακρυγιάννης τους αγνόησε εμπιστευόμενος τις κρυφές δυνάμεις του ελληνισμού. Το ίδιο πνεύμα δε διατήρησε υψηλό και το φρόνημα των 300 του Λεωνίδα; Ας θυμηθούμε ότι όταν ο Λεωνίδας ρωτήθηκε «πως πηγαίνει με τόσους λίγους να πολεμήσει τόσους πολλούς» απάντησε: «Ει μεν οίεσθε με έφη τω πλήθει, ουδ' η πάσα Ελλάς αρκεί βραχεία γαρ μοίρα τον εκείνων πλήθους εστίν? ει δε ταις αρεταίς και ούτος ο αριθμός ικανός», δηλαδή «εάν νομίζετε ότι εγώ θα πολεμήσω στηριζόμενος στο μεγάλο αριθμό, δεν επαρκεί ούτε όλη η Ελλάδα? γιατί είναι μικρό μόνο μέρος σε σχέση με το πλήθος εκείνων? αν όμως νομίζετε ότι θα στηριχθώ στις αρετές, τότε και αυτός ο αριθμός των στρατιωτών είναι αρκετός».

Αυτή η πίστη στη δύναμη της φυλής μας υπήρξε πάντοτε μια ζώσα δύναμις για τους έλληνες πολλές φορές ανεπίγνωστη. Και πρέπει εδώ να τονίσω ότι την ηθική προσωπικότητα του έθνους δεν αποτελεί μόνο η συνείδηση της ιστορίας του αλλά και οι κληρονομημένες υποσυνείδητες τάσεις, που ενώ φαίνονται ως αγνοούμενες, αιφνιδίως αφυπνίζονται όπως έγινε τόσες φορές στη μακραίωνη ιστορία μας, όπως έγινε και το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Έτσι το θαύμα του 1821 δεν ήταν ανεπανάληπτο, επειδή μέσα στην ψυχή των Ελλήνων διατηρείται άσβηστος ο αντίλαλος της μολπής του αισχύλιου παιάνα «Ίτε παίδες Ελλήνων ελευθερούτε Πατρίδα» αλλά και ανεξόρυχτο σαν βαθιά καταβολή το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, είτε σαν λαχτάρα για την Ελευθερία συγχωνευμένη με τη χαρά της ζωής, είτε σαν ερευνητική ανησυχία της σκέψης, είτε σαν ευφρόσυνη αίσθηση της ομορφιάς. Το γεγονός ότι σε όλα τα θούρια, τις προκηρύξεις και τα διαγγέλματα της Επανάστασης προηγείται σαν ασφαλές διεγερτικό των ψυχών η υπόμνηση της προγονικής δόξας, δείχνει πόσο διάχυτη ήταν η επίγνωση της μεγάλης μας κληρονομιάς.

Στην από 24 Φεβρουαρίου 1821 προκήρυξή του στο γενικό στρατόπεδο του Ιασίου, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αναφέρει: «Ας καλέσωμε λοιπόν εκ νέου, οι ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος! Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των πατέρων μας. Το αίμα των τυρράνων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμεινώνδου Θηβαίου και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυρράνους, εις εκείνας του Αρμοδίου και του Αριστογείτονα, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, μάλιστα εις εκείνας του Μιλτιάδου και του Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδα και των τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναρίθμητους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαρότερους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου. Εις τα όπλα λοιπόν φίλοι η Πατρίς μας Προσκαλεί!».

Η επανάσταση του '21 λαμβάνει λοιπόν εξ αρχής χαρακτήρα αρχέτυπου γεγονότος, αφού η φαντασία των αγωνιστών το ανάγει αυθόρμητα στην πολεμική αναμέτρηση Ελλήνων και Περσών. Πώς αλλιώς να ερμηνευθεί η κραυγή του Νικηταρά προς τους υποχωρούντες ατάκτως Τούρκους στη μάχη στα Δολιανά: «Σταθείτε, Περσιάνοι, να πολεμήσουμε».

Το πνεύμα της αρχαίας Ελλάδος φούσκωνε και τα πανιά των πολεμικών μας πλοίων. Στις πρύμνες τους αναγράφονται τα αρχαία δοξασμένα ονόματα: Κίμων, Μιλτιάδης, Θεμιστοκλής, Αριστείδης και ονόματα της Μυθολογίας: Άρης, Ήρα, Αφροδίτη. Ο Γάλλος ακαδημαϊκός Λεμπρέν ο οποίος ταξίδευσε την εποχή εκείνη με τον «Θεμιστοκλή» του Τομπάζη έγραψε: «Η αρχαία Ελλάς είχε αποτυπώσει τη σφραγίδα της και στις παραμικρές λεπτομέρειες του πλοίου. Μου άρεσε ότι επανεύρισκα τη μεγαλοφυΐα της και τα ωραία ονόματά της και σε αυτά τα πράγματα που είχαν την πλέον κοινή και πεζή χρήση. Σε κάθε μέρος του πλοίου υπήρχε και από μια επιγραφή: «Ναός της Αφροδίτης», «Ναός της Αρτέμιδος», «Ναός της Καλυψούς». Τα ονόματα αυτά δεν τα είχαν βάλει τυχαία. Ο τρόπος που τα μεταχειρίζονταν απεδείκνυε ότι κατείχαν την ελληνική ιστορία. Στις λέμβους των πλοίων είχαν δώσει τα ονόματα των παιδιών του Θεμιστοκλέους: Τις έλεγαν Λυσίμαχο, Νικοκλέα και Ασπασία. Και στα πυροβόλα του πλοίου είχαν δώσει τα ονόματα άστρων και αστερισμών: Σείριος, Αρκτούρος, Ωρίων, Κάστωρ, Περσεύς. Ακόμη και το όνομα του σκύλου του Καραβιού προέρχονταν από την Ελληνική μυθολογία. Όλη την ημέρα οι ναύτες τον φώναζαν: Κέρβερε .Κέρβερε!!».

Αν λοιπόν τα μάτια των ανθρώπων μπορούσαν να δουν τα αόρατα, θα έβλεπαν στις πολιορκίες της Ακρόπολης, στις μάχες της Τριπολιτσάς, στις ναυμαχίες του Αιγαίου, να πολεμούν μαζί πλάι-πλάι ο Μιλτιάδης και ο Καραϊσκάκης, ο Οδυσσέας και ο Κολοκοτρώνης, ο Θεμιστοκλής και ο Μιαούλης. Σκιές μεγάλες, αυστηρές και αγριεμένες που επιστρατεύθηκαν για το μεγάλο αγώνα.

Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι με μιας από τη γη αυτή ξεπήδησαν τόσοι αυτοδίδακτοι μεγάλοι στρατηγοί, ότι η γη αυτή κυοφορούσε στα σπλάγχνα της τόσους μεγάλους ήρωες! Ποιον να πρωτοθυμηθεί κανείς! Τον Κανάρη και την πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας; τον Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια; τον Καραϊσκάκη στη μάχη της Αράχωβας; τον Υψηλάντη στην Ακρόπολη του Άργους; τον Νικηταρά στα Δολιανά; την έξοδο της αθάνατης φρουράς του Μεσολογγίου; τον Διάκο στην Αλαμάνα; τον Ανδρούτσο στο Χάνι της Γραβιάς; τον Μπότσαρη στο Καρπενήσι; τον Μιαούλη στη ναυμαχία του Γέροντα; ή τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι; Ευτυχώς, ο αντίλαλος της Ιστορίας ξαναλέει τα ονόματά τους, ο απόηχος του μύθου ξαναθυμίζει τις ανδραγαθίες τους, ο προβολέας του θρύλου ξαναφωτίζει τις μορφές τους και του δημοτικού τραγουδιού ο στίχος ανανεώνει την υστεροφημία τους.

Όμως, όση αλήθεια και αν περικλείει η κρίση ότι η Ιστορία των Εθνών είναι η Ιστορία των μεγάλων τους ανδρών, τόση και μεγαλύτερη αναντίρρητη αλήθεια περικλείει η κρίση ότι οι μεγάλοι άνδρες μπορούν να οικοδομήσουν και να εξωραΐσουν την Ιστορία όταν και οι λαοί αυτοσυνείδητα πρωτοστατούν, συμβάλλοντας έτσι ενεργά στη διαμόρφωσή της. Η ποιητική προβολή των ιστορικών γεγονότων στην παγκόσμια οθόνη και η ενσωμάτωσή τους στον παγκόσμιο κώδικα, κατορθώνεται μόνο με την καθολική ζύμωση και έξαρση των λαών. Το Πάνθεο λοιπόν των Ηρώων και των Μαρτύρων της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας εκτός από την επίσημη αίθουσα με τις περίλαμπρες μορφές των επωνύμων Ηρώων περιλαμβάνει και την Ιερή Κρύπτη στο θαμποφώτιστο χώρο της οποίας πλανώνται οι σεμνές σκιές των αφανών Ηρώων, των ανώνυμων Μαρτύρων, του μεγάλου πλήθους των απολησμονημένων του θρύλου, αυτών που τα στοιχεία τους δεν είναι καταχωρισμένα στο ληξιαρχείο της Ιστορίας, των αναρίθμητων άγνωστων παλληκαριών, που με το γιαταγάνι στο πλευρό, το καριοφίλι στο χέρι, την ευχή «καλό βόλι στα χείλη» και το όραμα της ελεύθερης Ελλάδος στα μάτια, επιβεβαίωσαν στο έπακρο την επίκληση του Σολωμού:

«Ω τριακόσιοι! σηκωθείτε

και ξανάλθετε σ' εμάς

τα παιδιά σας θελ' ιδήτε

πόσο μοιάζουνε με σας!»


Σε ποια Ιστορία παρουσιάζεται το φαινόμενο του Οδυσσέα Ανδρούτσου να προσφέρει στους πολιορκημένους Τούρκους στην Ακρόπολη μολύβι για τα όπλα τους με την παράκληση να μην γκρεμίζουν τις κολόνες του Παρθενώνα για να πάρουν μολύβι από τους αρμούς τους; Για τον αγράμματο Ανδρούτσο μερικές εφήμερες ζωές αγωνιστών ήταν λιγότερο πολύτιμες από το αρχαίο ελληνικό πνεύμα το σμιλευμένο στα μάρμαρα.

Σε ποια Ιστορία έχει επαναληφθεί τόσες φορές το υπέροχο αλλά και υπερέχον σε χρέος, σε ρίγος, σε δέος, σε δίδαγμα από κάθε εξορμητική προσταγή, από κάθε νικητήρια ιαχή «Μολών Λαβέ»; Όπως μας πληροφορεί το «Ημερολόγιο της Πολιορκίας» του Μεσολογγίου τα ανθρώπινα φαντάσματα της φρουράς του είχαν την δύναμη να απαντήσουν στον Ιμπραήμ: «Το κάστρο μας θέλεις; Τα κλειδιά του είναι κρεμασμένα στα κανόνια μας!! Έλα να τα πάρης!!».

Σε ποιά Ιστορία η αγάπη για την πατρίδα υπερίσχυσε της αγάπης του γονέα προς το παιδί του; Ας θυμηθούμε το «ή ταν ή επί τας». Ας θυμηθούμε τα λόγια της σπαρτιάτισας μάνας που ανέμενε έξω από τη Σπάρτη την έκβαση της μάχης στην οποία έλαβαν μέρος και τα πέντε της παιδιά, όπως μας τα μεταφέρει ο Πλούταρχος: «ως δε παραφαινόμενος τις πυθομένη αυτή απήγγειλε τους παίδας άπαντας τετελευτηκέναι, αλλ' ου τουτ' επιθόμην είπε, αλλά τι πράσσει η πατρίς? φήσαντος δε ότι νικά, ασμένη τοίνυν είπε δέχομαι και τον των παίδων θάνατον». Δηδαδή, όταν φάνηκε κάποιος και η μάνα ρώτησε να μάθει, εκείνος της απάντησε ότι έχουν σκοτωθεί όλα της τα παιδιά. Τότε η μάνα του είπε «Δε σε ρώτησα αυτό, αλλά τι κάνει η πατρίδα». Κι' όταν εκείνος της απάντησε ότι νίκησαν, η μάνα είπε: «Με ευχαρίστηση λοιπόν δέχομαι και τον θάνατον των παιδιών μου».

Δύο χιλιάδες διακόσια χρόνια μετά ο αετός του Σουλίου Λάμπρος Τζαβέλας έγραφε στον Αλή Πασά που κρατούσε όμηρο τον γιό του Φώτο: «. . . Αν εσύ πάρεις το βουνό, θέλεις σκοτώσει τον υιόν μου με το επίλοιπον της φαμελίας μου και τους συμπατριώτας μου. Τότε δεν θα ημπορέσω να εκδικήσω τον θάνατόν του, αμή αν νικήσωμεν, θέλει έχω άλλα παιδιά η γυναίκα μου είναι νέα. Εάν ο υιός μου, νέος καθώς είναι, δε μένει ευχαριστημένος να θυσιασθεί δια την πατρίδα του, αυτός δεν είναι άξιος να ζήση και να γνωρίζεται ως υιός μου, μήτε πρέπει να ονομάζεται άξιος υιός της Ελλάδος πατρίδος μας. Προχώρησε λοιπόν άπιστε είμαι ανυπόμονος να εκδικηθώ.

Εγώ, ο ωμοσμένος εχθρός σου

Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλλας

Και ιδού πως περιγράφει αυτή την ιστορική συνέχεια του γένους με την απλότητα και την ευαισθησία του, το ύφος και τη ρωμαλέα του έκφραση ο στρατηγός Μακρυγιάννης: «Πάμε . . . να ιδούμε τους παλιούς τους Έλληνες εις το μέρος όπου κατοικούνε να βρούμε τον γέρο Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Θεμιστοκλή, τον λεβέντη Λεωνίδα, και να τους ειπούμεν τις χαροποιές είδησες, ότι αναστήθηκαν οι απόγονοί τους . . . Δι' αυτούς ήταν τα έργα τους αγώνες της αρετής. Δια τούτο θέλησε ο Θεός ο δίκιος κι' ανάστησε και τους απογόνους τους . . .».

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η επανάσταση του 1821 ήταν γέννημα της ελληνικής φυλής και θρέμα της ελληνικής παράδοσης. Δεν ήταν ξενόφερτη ή αντίλαλος της γαλλικής επανάστασης. Ήταν βγαλμένη από τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά, όπως εύστοχα το διατυπώνει ο εθνικός μας ποιητής. Ήταν το αποτέλεσμα μιας αργής κυοφορίας που το γένος μας την έζησε στιγμή τη στιγμή, ημέρα την ημέρα, χρόνο το χρόνο, αιώνα τον αιώνα. Στη διάθεση του ασιανού βαρβάρου η τιμή, τα παιδιά, η γυναίκα, η σοδειά, η ζωή, η κοινότητα, το γένος μας. Τετρακόσια χρόνια τόσος σπαραγμός και τόσος καϋμός, ώσπου οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν και έπαυσαν να διηγούνται τα βάσανά τους κλαίγοντας.

Ας σημειωθεί ότι την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ο Αδαμάντιος Κοραής τη χαρακτήρισε ως «χρόνους αιχμαλωσίας και όχι δουλείας του Γένους». Δούλοι υπήρξαν οι πολίτες των κρατών που δέχθηκαν την μοίρα τους, επειδή δεν είχαν συνείδηση της εθνικής τους συνέχειας και όχι οι Έλληνες, οι οποίοι χιλιάδες χρόνια τώρα ζουν στον ευλογημένο αυτόν τόπο και πορεύονται με τις ίδιες κακίες και με τις ίδιες αρετές.

Τι γίνεται όμως σήμερα στη σύγχρονη Ελλάδα; Ενώ καθήκον υπέρτατο όλων μας είναι η διαφύλαξη, μετάδοση και παράδοση στους επιγόνους της δάδας του αρχαίου ελληνικού πνεύματος ή όπως έγραψε ο λευκαδίτης ποιητής και λογοτέχνης Ιωάννης Ζαμπέλιος προς τον Καποδίστρια «το φρονείν και πράττειν Ελληνικά», ενώ καθήκον μας είναι μη χάσουμε στο μεγάλο μας ταξίδι την επαφή με την Ιστορία μας, αλλά να πορευθούμε μαζί με έναν κόσμο, όχι παρελθόντα και νεκρό, αλλά ολοζώντανο και παράλληλο, εμείς οι νεοέλλληνες αδιαφορούμε για την επιχειρούμενη κατά καιρούς αλλοίωση της Ιστορίας μας και κάνουμε ότι μπορούμε για να αποξενωθούμε από την κλασική μας Παιδεία και από την πιο πλούσια και ζωντανή γλώσσα του κόσμου, που αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της αδιάσπαστης συνέχειάς μας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, διαπράττοντας έτσι ένα συνεχές εθνικό έγκλημα με απρόβλεπτα μεγάλες δυσμενείς συνέπειες για το μέλλον του ελληνισμού. Οι ευθύνες των εκάστοτε κυβερνώντων, των γονέων, αλλά κυρίως των δασκάλων και γενικά της πνευματικής ηγεσίας του τόπου είναι τεράστιες.

Το 1821 δεν είναι παρελθόν. Είναι παρόν και μέλλον. Τα διδάγματά του και τα μεγάλα μηνύματά του τα πήραν οι αύρες στα φτερά τους, τα πέρασαν από γενιές σε γενιές, από στοχασμούς και καρδιές και τα εναπόθεσαν στους πόθους και στις ελπίδες του σήμερα. Μηνύματα που ξεπετάχτηκαν από τους αγώνες και τις αγωνίες ενός λαού, από θυσίες και λαμπάδιασμα φωτιάς, από καπνούς μπαρουτιού. Μηνύματα που ξεκινούν από το Ζάλογγο και το Σούλι, από το Κούγκι και το Μεσολόγγι, από την Αλαμάνα και τη Γραβιά, από το Αρκάδι και τα Ψαρά.

Το 1821 είναι η ιερή κιβωτός του Ελληνισμού, η αστείρευτη, γάργαρη και λαγαρή πηγή αυτογνωσίας στην οποία στραγγίζουν και ανανεώνονται όλα τα νάματα του.

Ας πιούμε ευλαβικά από την πηγή αυτή επιζητώντας τη μέθεξη με τους αθάνατους ήρωες του Εικοσιένα και τα κατορθώματά τους. Μόνο τότε θα κλείσουμε στην ψυχή μας το Εικοσιένα καθιστώντας το άγρυπνη και αυστηρή συνείδηση, μόνο τότε θα μπορούμε να σταθούμε όρθιοι μπροστά στους τάφους των ηρώων και των μαρτύρων της Επανάστασης, τους πλημμυρισμένους από δάφνες που έθρεψαν ποτάμια πρόθυμου αίματος, μόνο τότε θα μπορούμε και εμείς να επαναλάβουμε συνειδητά την προτροπή του μεγάλου μας ποιητή Κωστή Παλαμά:

«Αυτό το λόγο θα σας πώ

δεν έχω άλλο κανένα.

Μεθύστε με τ' αθάνατο

κρασί του Εικοσιένα».

ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ!!

.

 
 
 
ΑΡΧΙΚΗ   l   ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ   l   ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ   l   ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ   l   ΧΡΗΣΙΜΑ
                       Πολιτιστικός Σύλλογος Πρεβεζάνων Αθήνας | έτος ιδρύσεως 1979, Πρεβεζάνοι, Πρέβεζα
Ιστορικό Διοικητικό Συμβούλιο Μέλη Χορηγοί Δραστηριότητες Εφημερίδα Ανακοινώσεις Επικοινωνία