ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΠΡΕΒΕΖΑΝΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
menu
Φωτογραφίες
Αρθρογραφία
 
  Εμείς οι Έλληνες.
Άρθρο του του διακεκριμένου συμπατριώτη μας Πρεβεζάνου και Μέλος της Αδελφότητος καθηγητή γενετικής και τέως Πρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μιχαήλ Γ. Λουκά

«Άγρυπνος έσω κατά νουν'

συγγενής γαρ του αληθινού θανάτου ο περί τούτον ύπνος».

Πυθαγόρας


Ο Ουρανός με τη Γαία (Γη) απέκτησε τους Τιτάνες... τον Ιαπετό και τον Κρόνο. Ο Ιαπετός με την Ασία-Κλυμένη απέκτησε... τον Άτλαντα και τον Προμηθέα. Ο Προμηθέας έπλασε τους ανθρώπους με πηλό και τους χάρισε τη φωτιά που έκλεψε από τον Δία.

Ο γυιος του Προμηθέα, ο Δευκαλίωνας, νυμφεύθηκε την Πύρρα (κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας). Όταν ο Δίας αποφάσισε να αφανίσει τους ανθρώπους με κατακλυσμό, επειδή έκρινε ότι οι άνθρωποι της εποχής του χαλκού είχαν πολλά ελαττώματα, ο Δευκαλίωνας, με συμβουλή του πατέρα του, κατασκεύασε μια «κιβωτό» στην οποία μπήκαν αυτός και η Πύρρα. Επί εννέα ημέρες και νύχτες έβρεχε συνεχώς και τελικά η κιβωτός άραξε στον Παρνασσό.

Για να μην είναι μόνοι, ο Δευκαλίωνας παρακάλεσε τον Δία να του δώσει συντρόφους. Ο Δίας τους πρόσταξε να ρίξουν πάνω από τους ώμους τους τα οστά των μητέρων τους. Η Πύρρα έφριξε απ' αυτή την ασέβεια, όμως ο Δευκαλίωνας κατάλαβε ότι επρόκειτο για πέτρες, τα οστά της Γης, που είναι η παγκόσμια μητέρα. Από τις πέτρες που έρριξε ο Δευκαλίωνας δημιουργήθηκαν άνδρες και απ' αυτές που έρριξε η Πύρρα δημιουργήθηκαν γυναίκες.

Παιδιά του Δευκαλίωνα και της Πύρρας είναι ο Έλληνας, η Μελανθώ, ο Αμφικτύονας και η Πρωτογένεια. Ο Έλληνας είναι ο ήρωας που έδωσε το όνομά του σε όλη την φυλή των Ελλήνων. Νυμφεύθηκε την Ορσηίδα (μια νύμφη των βουνών) και απέκτησε τρεις γυιούς: τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξούθο.

Στον Έλληνα αποδίδουν το βασίλειο της Φθίας στη Θεσσαλία, μεταξύ του Πηνειού και του Ασωπού, το μέρος ακριβώς όπου ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα εγκαταστάθηκαν μετά τον κατακλυσμό. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, ο Έλληνας άφησε το βασίλειό του στον μεγαλύτερό του γυιό, τον Αίολο (από τον οποίο προέρχονται οι Αιολείς). Ο Δώρος συγκέντρωσε τους κατοίκους της περιοχής του Παρνασσού (Δωριείς) και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πελοπόννησο, ενώ ο Ξούθος, που νυμφεύθηκε την κόρη του Ερεχθέα, εγκαταστάθηκε στην Αττική.

Οι Έλληνες, ως απόγονοι εξ αίματος του Ιαπετού και του Προμηθέα, τους οποίους πίστευαν ως Θεούς, θεωρούσαν τους εαυτούς τους παιδιά Θεών. Αντίθετα, οι άλλοι λαοί, που δημιουργήθηκαν από τον πηλό του Προμηθέα και από τις πέτρες του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, δεν είχαν θεϊκή καταγωγή και επομένως ήταν κατώτεροι σε σχέση με τους Έλληνες. Η θεϊκή καταγωγή του Προμηθέα φαίνεται και στην τραγωδία του Αισχύλου «Προμηθεύς Δεσμώτης», όπου ο Αισχύλος αναγνωρίζει ότι ο Προμηθέας είναι αθάνατος. Λέγει ο Προμηθέας: «Τι δ' αν φοβοίμην, ω θανείν ου μάρσιμον» (δηλαδή, «σαν τι να φοβηθώ, που να πεθάνω δεν μου μέλλεται», στ. 933) ή «Πάντως εμέ γ' ου θανατώσει» (δηλαδή, «πάντως εμένα δεν πρόκειται να θανατώσει», στ. 1053), ενώ στο στ. 95 αποκαλύπτει τη «μυριετή χρόνου» ζωή του (τη δεκαχιλιάχρονη).

Από τον ήχο με τον οποίο απέδωσαν οι αρχαίοι Έλληνες το ακατανόητο και κακόηχο γι' αυτούς άκουσμα από τις γλώσσες των άλλων λαών, (βαρ-βαρ), αποκαλούσαν τους λαούς αυτούς βαρβάρους. Γι' αυτό ο Όμηρος ομιλεί για τους «βαρβαροφώνους Κάρες» (Β΄ 867).

Με τους νικηφόρους Περσικούς Πολέμους τονώθηκε η συνείδηση της πνευματικής και ηθικής ενότητας των Ελλήνων και έγινε εντονότερη και πιο έκδηλη η αντίθεση του ελληνικού έθνους προς το βαρβαρικό, με συνέπεια η έννοια «βάρβαρος» να αποκτήσει πολιτιστική και πολιτική σημασία. Ερμηνευτής αυτής της διάθεσης και της στάσης των Ελλήνων προς τους βαρβάρους είναι αρχικά ο Αισχύλος, ο οποίος αντιβάλλει το ελληνικό «μέτρο», την ελληνική «αρμονία» και την ελληνική «ελευθερία» προς την «αμετρία», τη «χλιδή» και τη «δουλοφροσύνη» των βαρβάρων και εξαίρει την εσωτερική αντίθεση της ελληνικής φύσεως προς τη βαρβαρική, την αντίθεση του χαρακτήρα του ελληνικού λαού προς το λαό των βαρβάρων. Παράλληλα μορφοποιείται και η συνείδηση της ηθικής κατάπτωσης των βαρβάρων. Έτσι το επίθετο «ατάσθαλος» (=κακός, μοχθηρός, υβριστής) συνδέεται ήδη στον Ηρόδοτο με το επίθετο «βάρβαρος», («Ενετέλλετο δε ων ραπίζοντας λέγειν βάρβαρά τε και ατάσθαλα»), ενώ ποιητές και συγγραφείς (Αριστοφάνης, Ευριπίδης, Ισοκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης, κ.ά.) αποδίδουν στην έννοια «βάρβαρος» τη «δουλοφροσύνη», τη «δειλία», την «ύβρι», την «κακία», την έλλειψη «ευγένειας», «ανθρωπιάς» και «λεπτότητας». Ιδιαίτερα ο Πλάτων αναφέρεται συχνά στην αντίθεση Ελλήνων-Βαρβάρων. Π.χ. στα «Πολιτικά» (Ε 470) αναφέρει: «Φημί γαρ το μεν ελληνικόν γένος αυτό αυτώ οικείον είναι και συγγενές, τω δε βαρβαρικώ οθνειόν τε και αλλότριον . . . Έλληνας μεν άρα βαρβάροις και βαρβάρους Έλλησι πολεμείν μαχομένους τε φήσομεν».

Ο Ηράκλειτος, ο Πίνδαρος, ο Αριστοτέλης και ο Στράβων, πίστευαν ότι «οι Έλληνες διαφέρουν κατά φύσιν από τους άλλους λαούς».

Κατά τον Ευριπίδη «οι Έλληνες είναι φυσικό να άρχουν (ηγεμονεύουν) των βαρβάρων, διότι οι μεν βάρβαροι είναι δούλοι, οι δε Έλληνες λαός ελεύθερων ανθρώπων». («Βαρβάρων δ' Έλληνας άρχειν εικός, αλλ' ου βαρβάρους, μήτερ Ελλήνων? το μεν γαρ δούλον, οι δ' ελεύθεροι»). Τα ίδια υποστηρίζει και ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του. Ο Θαλής ευχαριστούσε τους Θεούς, επειδή γεννήθηκε «Έλλην και ου βάρβαρος». Ο Αριστοτέλης συμβούλευε τον Μ. Αλέξανδρο «να φέρεται στους βαρβάρους ως απόλυτος μονάρχης, ενώ στους Έλληνες μόνο ως ηγέτης τους», επειδή πίστευε ότι «το των Ελλήνων γένος . . . ελεύθερόν τε διατελεί και βέλτιστα πολιτευόμενον και δυνάμενον άρχειν πάντων . . .». Ο Μ. Αλέξανδρος έστειλε ως ανάθημα στη θεά Αθηνά 300 πολυτελείς περσικές πανοπλίες: «Αποπέμπει δε και εις Αθήνας τριακοσίας πανοπλίας περσικάς, ανάθημα είναι τη Αθηνά εν πόλει και επίγραμμα επιγραφείν εκέλευε τόδε: Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες, πλην Λακεδαιμονίων, από των βαρβάρων των την Ασία κατοικούντων». Ο τίτλος ενός από τα πλέον γνωστά ποιήματα του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή Κ. Καβάφη είναι: «Περιμένοντας τους βαρβάρους».

Αυτό το αίσθημα υπεροχής των Ελλήνων ήταν ένα από τα πρωταρχικά στοιχεία της διατήρησης του Ελληνισμού στο διάβα των χιλιετηρίδων. Σ' αυτό το αίσθημα υπεροχής αναφέρεται Ρωμαίος συγκλητικός στους Οξυρύγχειους παπύρους (που βρέθηκαν στην πόλη Οξύρρυγχο της Αιγύπτου): «Αδέσμευτο, αυθαίρετο και ατίθασο, αλλά και αληθινά ελεύθερο, ορθώνεται το Εγώ των Ελλήνων. Χάρις σ' αυτό η σχέση τους με το σύμπαν, με τα πράγματα και τους ανθρώπους δεν παλιώνει, αλλά είναι πάντα νέα και δροσερή και το κάθε τι, χάρις σ' αυτό το Εγώ, αντιχτυπάει σαν πρωτοφανέρωτο στην ψυχή τους. Έχει και την εξαίσια πλευρά της η υπερτροφία αυτή της πραγματικότητας, που στις κακές της όψεις την ονομάζουμε εγωπάθεια. Έχει την πλευρά τη δημιουργική στη φιλοσοφία, στην ποίηση, στις τέχνες, στις επιστήμες, στο εμπόριο και στον πόλεμο. Απ' αυτήν εκπηγάζει όλη η δόξα των Ελλήνων».

Την περιοχή που καταλάμβανε το βασίλειο της Φθίας στη Θεσσαλία (στην οποία εγκαταστάθηκε ο Έλληνας), αναφέρει ο Όμηρος ως Ελλάδα και τους κατοίκους της ως Έλληνες: «Οι τ' είχον Φθίην ηδ' Ελλάδα καλλιγύναικα / Μυρμιδόνες δε καλεύοντο και Έλληνες και Αχαιοί» (Β 683-4). Ο Όμηρος εισάγει στην Ιλιάδα (Β 530) τον όρο Πανέλληνες: «Εγχείη δ' εκέκαστο Πανέλληνας και Αχαιούς». Τέλος, ο Θουκυδίδης αναφέρει (Α΄ 3) ως πρώτους Έλληνες τους μετ' Αχιλλέως εκ της Φθιώτιδος: «. . . τους μετ' Αχιλλέως εκ της Φθιώτιδος, οίπερ και πρώτοι Έλληνες ήσαν, . . .»).

Παράλληλα με το όνομα Έλληνες υπήρχε και το όνομα Έλλοπες, που προσδιόριζε τους κατοίκους της Δωδώνης και της Β. Εύβοιας, γεγονός που οδήγησε τον Αριστοτέλη να ορίσει τη Δωδώνη ως αρχική πατρίδα των Ελλήνων. Ας σημειωθεί ότι πριν καθιερωθεί η ονομασία Έλληνες, τους κατοίκους της Δωδώνης τους αποκαλούσαν, οι Ιλλυριοί γείτονές τους, Γραικούς, όπως αναφέρεται και σε επιγραφή του 4ου αιώνα π.Χ.: «Έλληνες ωνομάσθηκαν το πρότερον Γραικοί καλούμενοι». Ο δε Αριστοτέλης (Μετεωρολογικά Α, 14) γράφει: «Ώκουν (εννοεί την περιοχή της Δωδώνης) οι Σελλοί και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δε Έλληνες». Από μορφολογικής απόψεως θεωρείται ότι οι λέξεις Έλλην και Ελλάς αποτελούν παράγωγα του ουσιαστικού Έλλοι/Σέλλοι (απαντά στον Όμηρο και στον Πίνδαρο), το οποίο ερμηνεύεται από τον λεξικογράφο Ησύχιο ως εξής: «Ελλοί? Έλληνες οι εν Δωδώνη και οι ιερείς».

Ανεξάρτητα όλων αυτών, γεγονός είναι ότι στην αρχαία Ήπειρο κατοικούσαν Έλληνες, αφού όπως αναφέρει ο διάσημος καθηγητής N. G. L. Hammond στο έργο του "Epeirus": «. . . βρέθηκαν εκεί (στην Ήπειρο) επιγραφές των αρχών του 4ου αιώνα π.Χ., οι οποίες δείχνουν ότι τα μέλη των Θεσπρωτικών και Μολοσσικών φυλών μιλούσαν ελληνικά, είχαν ελληνικά ονόματα και χρησιμοποιούσαν ελληνικούς όρους σ' ότι αφορά στη διοίκησή τους. Καθώς μια γλώσσα δεν υιοθετείται σε μια νύχτα, είναι βέβαιο ότι οι φυλές αυτές μιλούσαν ελληνικά σε όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ. και πιθανόν πολύ πριν την περίοδο εκείνη».

Η επέκταση και η γενίκευση της ονομασίας Έλληνες οφείλεται κατά τον Θουκυδίδη στον μυθολογικό ήρωα Έλληνα, που ταξίδευε και δρούσε σε άλλες πόλεις, με συνέπεια να επεκτείνεται βαθμιαία και η ονομασία, ενώ κατά τον Ηρόδοτο ο όρος Έλληνες χρησιμοποιήθηκε για να τονίσει την κοινή προέλευση των διάφορων φυλών του ελληνικού χώρου. Πολλοί σύγχρονοι μελετητές ανάγουν την επέκταση του όρου στην ισχυρή εθνική συνείδηση, που άρχισε να διαμορφώνεται ήδη από τις ραψωδίες του Ομήρου, στους κοινούς θεσμούς που ένωναν και χαρακτήριζαν όλους τους κατοίκους της Ελλάδος (π.χ. τα κοινά ιερά των Δελφών, της Ολυμπίας, της Δωδώνης και οι πανελλήνιοι αγώνες, όπως οι Ολυμπιακοί), στην αίσθηση της κοινής γλώσσας, στην ενιαία ταύτιση των Ελλήνων στις πολυάριθμες αποικίες που ίδρυσαν εκτός Ελλάδος και στα κοινά εθνικά, πολιτικά, θρησκευτικά, ηθικά, μορφωτικά χαρακτηριστικά που διέκριναν τους Έλληνες από τους άλλους λαούς ως ενιαίο σύνολο.

Κατά τον Ηρόδοτο, το Ελληνικόν ορίζεται ως το «όμαιμον, ομόγλωσσον, ομόθρησκον και ομότροπον», δηλαδή Έλληνες είναι αυτοί που έχουν κοινή καταγωγή, κοινή γλώσσα (την Ελληνική), κοινή θρησκεία και τον ίδιο τρόπο (στάση) ζωής.

Οι Έλληνες πίστευαν ότι ήταν αυτόχθονες, παιδιά αυτής της γης, γηγενείς. Ο Ισοκράτης υπερηφανεύονταν, επειδή: «. . . ταύτην γάρ (γαία) οικούμεν, ουχ ετέρους εκβαλόντες, ουδ' ερήμην καταλαβόντες, ουδ' εκ πολλών εθνών μιγάδες συλλεγέντες, αλλ' ούτω καλώς και γνησίως γεγόναμεν, ώστε εξ ήσπερ έφυμεν, ταύτην (γαία) έχοντες άπαντα τον χρόνον διατελούμεν, αυτόχθονες όντες», δηλαδή: «. . . γιατί αυτή τη γη κατοικούμε, όχι εκδιώξαντες άλλους, ούτε ερήμην (κάποιων άλλων) την καταλάβαμε, ούτε είμαστε μιγάδες συγκεντρωθέντες από πολλά έθνη (δηλαδή συνονθύλευμα εθνών), αλλά έτσι καλά και γνήσια υπήρξαμε, ώστε απ' αυτήν τη γη έχουμε προέλθει και σ' αυτήν τη γη περάσαμε όλη μας τη ζωή, είμαστε γεννημένοι απ' αυτήν τη γη (αυτόχθονες)».

Για τους προγόνους μας, λοιπόν, δεν αρκούσαν η γλώσσα, τα ήθη και η παιδεία για να ανήκει κάποιος στο «Ελληνικόν». Αναγκαία ήταν και η εξ Ελλήνων καταγωγή. Στους πανελλήνιους αγώνες (Ολυμπιακοί, Νέμεα, Ίσθμια, Πύθια) μετείχαν μόνο όσοι είχαν αποδεδειγμένα ελληνική καταγωγή.

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, καθετί το Ελληνικό θεωρήθηκε ειδωλολατρικό ή αντιχριστιανικό και αποκηρύσσεται. Έτσι, με διατάγματα του Θεοδοσίου πολλοί ναοί έκλεισαν ή καταστράφηκαν, λαμπρά μνημεία λεηλατήθηκαν, τα τελευταία ίχνη των μαντείων εξαλείφθηκαν, η τέλεση των Ελευσίνιων Μυστηρίων απαγορεύθηκε, ενώ το 395 τελέστηκαν για τελευταία φορά οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Το 415 φανατικός χριστιανικός όχλος θανάτωσε στην Αλεξάνδρεια (με διαμελισμό) τη νεοπλατωνική φιλόσοφο Υπατία, σύμβολο της μάθησης και της επιστήμης την εποχή εκείνη, ενώ επί εποχής Θεοδοσίου Β΄ τα κλασικά και ρωμαϊκά μνημεία της Αθήνας (Θησείο, Παρθενών, Ερέχθειο, Πινακοθήκη Προπυλαίων, Μνημείο Θρασύλλου, Ασκληπιείο, Αναγνωστήριο Βιβλιοθήκης Αδριανού, κ.ά.) μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ναούς. Τέλος, ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄, το 529, έκλεισε με διαταγή του τη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών, απαγορεύοντας συγχρόνως στους «νοσούντας την ελληνική μανίαν» να διδάσκουν.

Η λέξη Έλλην εξοβελίσθηκε εις το πυρ το εξώτερον, επειδή θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «ειδωλολάτρης» και έπαυσε να αναφέρεται πλέον. Για πολλούς αιώνες οι Έλληνες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία από τον 16 αιώνα μ.Χ. είναι γνωστή ως Βυζαντινή Αυτοκρατορία, χαρακτηρίζονται με την ονομασία Ρωμαίοι, απ' όπου και η μετέπειτα ονομασία Ρωμιοί. Επί τουρκοκρατίας, η ονομασία Ρωμιός, λόγω και των σκληρών συνθηκών διαβίωσης των Ελλήνων, αποκτά την υφολογική χροιά του «καπάτσου», του «καταφερτζή», του «ξύπνιου».

Στο Βυζάντιο χρησιμοποιείται για τους Έλληνες, παράλληλα με την ονομασία Ρωμαίοι και η αρχαία ονομασία Γραικοί, που υποδήλωνε τώρα τους «Ελληνορθόδοξους», κατ' αντιδιαστολή προς τους Έλληνες (=ειδωλολάτρες, πολυθεϊστές). Ας θυμηθούμε τη φράση του ήρωα της Επανάστασης του 1821 Αθανασίου Διάκου «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω».

Η ονομασία Έλληνες, ως δηλωτικό του έθνους των Ελλήνων, θα επανέλθει, δυστυχώς, μετά από πολλούς αιώνες, με την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους.


Τι εννοούσε ο Ισοκράτης;

Πολύς λόγος έγινε (και γίνεται) σχετικά με ένα απόσπασμα από τον «Πανηγυρικό» του ρήτορα Ισοκράτη (436-338 π.Χ.), που εκφωνήθηκε το 380 π.Χ. Το απόσπασμα αυτό έχει ως εξής: «΄. . . Τοσούτον δι' απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ' οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντες (παρ. 50)».

Θα αναφέρω δύο μεταφράσεις του επίμαχου αποσπάσματος οι οποίες θεωρώ ότι εκφράζουν τις δύο αντίθετες απόψεις. Η μετάφραση του κ. Ν. Σαραντάκου έχει ως εξής: «Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας (η Αθήνα) τους υπόλοιπους ανθρώπους στη σκέψη και στο λόγο, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων, και το όνομα των Ελλήνων το έχει κάνει να φανερώνει όχι πλέον τη φυλή αλλά τη διάνοια, με αποτέλεσμα περισσότερο να αποκαλούνται Έλληνες αυτοί, που μετέχουν στη δική μας παιδεία παρά στην κοινή καταγωγή».

Σύμφωνα με τη μετάφραση αυτή, Έλληνες ονομάζονται όσοι μετέχουν στη δική μας Παιδεία και κατ' επέκταση η συμμετοχή κάποιου στο ελληνικό σύστημα εκπαίδευσης του δίνει το δικαίωμα να ονομαστεί Έλληνας.

Η άλλη μετάφραση έχει ως εξής: «Η πόλη μας υπερέχει τόσο πολύ στο σκέπεσθαι και λέγειν από τους άλλους λαούς, ώστε οι μαθητές να έχουν γίνει διδάσκαλοι των άλλων και έχει κάνει το όνομα των Ελλήνων να φαίνεται ότι είναι χαρακτηριστικό όχι του γένους αλλά της διάνοιας και να ονομάζονται Έλληνες μάλλον αυτοί που μετέχουν στη δική μας ανατροφή παρά όσοι μετέχουν στην κοινή φύση». (Μετάφραση Α. Κωνσταντινίδη, έκδοση 1892 και L. Hachette, έκδοση 1864). Παραλλαγή της μετάφρασης αυτής είναι: «. . . να αποκαλούνται (από τους άλλους) Έλληνες μάλλον οι μετέχοντες της ημετέρας εκπαίδευσης και όχι της κοινής καταγωγής».

Η μετάφραση αυτή είναι συμβατή με την άποψη ότι ο Ισοκράτης δεν αναφέρεται σε διαδικασία πολιτογράφησης, δηλαδή στην απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων σε μετοίκους που είχαν Ελληνική παιδεία. Άλλωστε δε θα μπορούσε να το κάνει, επειδή στην αρχαιότητα, ενώ υπήρχαν «πολίτες των Αθηνών», «πολίτες της Κορίνθου», κ.λ.π. δεν υπήρχε η έννοια του «Έλληνα πολίτη». Οι μέτοικοι της Αθήνας, συνήθως Λυδοί, Σύροι, Φρύγες και άλλοι, αλλά και Έλληνες από την υπόλοιπη Ελλάδα, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία ελεύθερων κατοίκων. Δε θεωρούνταν όμως μέρος της πολιτείας, ούτε συμμετείχαν στα κοινά, καίτοι υπηρετούσαν στο στρατό ως οπλίτες και πολλοί απ' αυτούς είχαν στα χέρια τους το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Μερικές φορές, εξαιτίας ευεργεσιών στην πόλη, οι Αθηναίοι πολίτες έδιναν σε κάποιους μετοίκους το δικαίωμα της ισοπολιτείας. Συνήθως τους έκαναν ισοτελείς ή προξένους ή τους παραχωρούσαν την ατέλεια του μετοικίου ή ξενικού (ετήσιος φόρος προκειμένου να παρατείνεται η άδεια παραμονής τους στην Αθήνα).

Είναι συμβατή επίσης με την έννοια του «πολίτη των Αθηνών», ο οποίος ορίζεται από τον Αριστοτέλη ως: «Πολίτης αυτής της πόλεως είναι εκείνος ο οποίος έχει το δικαίωμα να μετέχει βουλευτικής και δικαστικής αρχής, πόλη δε ονομάζουμε το σύνολο των πολιτών αυτών που είναι ικανό να εξασφαλίσει τα μέσα για έναν αυτάρκη βίο». (Ω γαρ εξουσία κοινωνείν αρχής βουλευτικής και κριτικής, πολίτην ήδη λέγομεν είναι ταύτης της πόλεως, πόλιν δε το των τοιούτων πλήθος ικανόν προς αυτάρκειαν ζωής, ως απλώς ειπείν»).

Είναι τέλος συμβατή και με το γεγονός ότι ο Ισοκράτης υπερηφανεύονταν (όπως αναφέραμε), επειδή οι Έλληνες κατοικούσαν αυτή τη γη χωρίς να έχουν εκδιώξει άλλους, επειδή δεν ήταν μιγάδες και συνονθύλευμα λαών και επειδή ήταν αυτόχθονες. Γι' αυτό στο απόσπασμά του ομιλεί για Έλληνες εκ καταγωγής, αναφερόμενος σε «γένος» και «κοινή φύση». Σύμφωνα με τον μεγάλο και έγκριτο Γερμανό ιστορικό Ulrich Wilcken, «ο Ισοκράτης δε συμπεριλαμβάνει στους Έλληνες και τους εξελληνισμένους βαρβάρους, γιατί γι' αυτόν οι βάρβαροι (ιδιαίτερα οι Πέρσες) εξακολουθούσαν να είναι "φυσικοί" εχθροί των Ελλήνων (Πανηγ. παρ. 158) και επομένως το νόημα της φράσεως είναι ότι μάλλον ο Ισοκράτης θεωρεί πραγματικούς Έλληνες μόνον τους Έλληνες εκείνους που είχαν λάβει αττική μόρφωση (της ημετέρας παιδεύσεως)» (U. Wilcken, Αρχαία Ελληνική Ιστορία - Εκδ. Παπαζήση, 1976, μετάφραση καθ. κ. Ι. Τουλουμάκου).

Πρέπει να σημειώσουμε ότι η μετάφραση του Α. Κωνσταντινίδη είναι ανεξάρτητη από τις σημερινές αντεγκλήσεις και τη σημερινή πολιτική κατάσταση, τις κομματικές σκοπιμότητες και επιδιώξεις, επειδή έγινε σε ανύποπτους καιρούς πριν από 120 χρόνια!!

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Ισοκράτης δεν αναφέρεται στους βαρβάρους που είχαν ελληνική Παιδεία, αλλά απευθύνεται αποκλειστικά στους Έλληνες και μάλιστα στους έχοντες «Αττική» μόρφωση. Άλλωστε την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν βάρβαροι με ελληνική Παιδεία, ούτε υπήρχαν ελληνιστικά βασίλεια.

Ο Ισοκράτης, όπως και οι άλλοι Έλληνες της εποχής του, θεωρούσε ότι «πας μη Έλλην βάρβαρος», αφού σε πολλά σημεία του λόγου του αναφέρεται στους βαρβάρους: «Και προέτρεψαν τα πλήθη προς την αρετή και δημιούργησαν απέναντι στους βαρβάρους φοβερούς ανταγωνιστές» ή «Για να γίνει, λοιπόν, η εκστρατεία εναντίον των βαρβάρων ποιοι πρέπει να έχουν την αρχηγία»; ή «Οι άλλες πόλεις υποτάχθηκαν στους βαρβάρους και συστρατεύονταν μαζί τους». Στην παραγ. 131 του λόγου του ο Ισοκράτης κατακρίνει τους Λακεδαιμονίους ότι έχουν κάνει είλωτες τους Έλληνες γείτονές τους και τους προτείνει να ενωθούν με τους υπόλοιπους Έλληνες, ώστε να αναγκάσουν όλους τους βαρβάρους να τεθούν κάτω από την εξουσία τους, να γίνουν περίοικοι των Ελλήνων (περίοικος = πολιτικά και οικονομικά υποδεέστερος Σπαρτιάτης), ενώ στην Γ΄ επιστολή του προς τον Φίλιππο καλεί τον Έλληνα βασιλιά «τους βαρβάρους αναγκάσης ειλωτεύειν τοις Έλλησιν»(5.3)

Το πνεύμα του Ισοκράτους αποδίδεται από τον καθ. κ. Σ. Θεοδωράτο, στην Εισαγωγή της έκδοσης του «Πανηγυρικού» από τη «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ»: «Η Ελλάς, υπεστήριζεν (ο Ισοκράτης), αποτελεί ενιαίαν κοινότητα φυλετικήν και πολιτιστικήν και όμως σπαράσσεται συνεχώς από τους εμφυλίους πολέμους, οι οποίοι οδηγούν κατ' ευθείαν εις την φθοράν και την παρακμήν, ενώ απέναντί της στέκουν οι βάρβαροι της Ασίας, φυσικοί και προαιώνιοι εχθροί της, που καλλιεργούν τον εμφύλιον ελληνικόν σπαραγμόν και προκαλούν την ελληνικήν απαθλίωσιν. Μία λοιπόν απομένει οδός σωτηρίας: να παύσει η διχόνοια, να συμφιλιωθούν οι Έλληνες, να συνειδητοποιήσουν πλήρως την φυλετικήν και πολιτιστικήν τους ενότητα και να εκστρατεύσουν εναντίον των βαρβάρων της Ασίας».

Το πνεύμα αυτό δεν μπορούσε να είναι ανεξάρτητο από την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε την εποχή που εκφωνήθηκε ο Πανηγυρικός. Οι ελληνικές πόλεις μάχονταν η μια την άλλη και αναστατώνονταν από πολιτικές έριδες. Τα πολιτικά ήθη είχαν εκτραχυνθεί, ώστε η χρηστότητα να είναι σπάνιο και μάλλον αξιοπερίεργο φαινόμενο. Υπήρχαν άνθρωποι που μπορούσαν να «πουλήσουν» ακόμη και την πατρίδα τους, προκειμένου να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη ή να υπηρετήσουν οποιονδήποτε ως μισθοφόροι. Κι' όμως αυτούς τους άνδρες πολλοί τους θαύμαζαν, όπως διαπιστώνει ο Δημοσθένης στον «Περί παραπρεσβείας» λόγο του και τους τιμούσαν, αντί να τους θεωρούν εγκληματίες. Το κομματικό μίσος εντείνονταν αδιάκοπα και μεγάλωνε το πλήθος των ανέστιων φυγάδων.

Ταυτόχρονα ο Ισοκράτης πίστευε ότι: «Πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι όποιος έχει ορθή κρίση, δίκαιη και σταθερή ψυχή, πλήρη αυτοκυριαρχία και μπορεί να συμμετέχει δημιουργικά στη ζωή της πολιτείας. Και η Παιδεία, που στηρίζεται στις φυσικές δεξιότητες και σε όσα αποκτά κανείς με την εκπαίδευση, δίνει το μέτρο του πολιτισμένου ανθρώπου» (βλ. λήμμα «Ισοκράτης» στην εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος -Larousse - Britannica»).

Είναι φανερό, λοιπόν, με δεδομένες τις απόψεις του Ισοκράτη για το γένος των Ελλήνων, ότι ο Ισοκράτης ταύτιζε τον «πολιτισμένο άνθρωπο» με την έννοια «Έλληνας». Αυτή η ταύτιση σε συνδυασμό με τη στάση του έναντι των βαρβάρων και τη νοσηρή πολιτική ατμόσφαιρα της εποχής του, θεωρώ ότι αποδίδει με ευκρίνεια το νόημα του επίμαχου αποσπάσματος, ότι δηλαδή «δε φθάνει να γεννηθεί κανείς Έλληνας, αλλά πρέπει να έχει και την αθηναϊκή (Αττική) Παιδεία (για να ονομάζεται Έλληνας)».

Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω μια παράμετρο στην οποία δε δόθηκε μέχρι τώρα η δέουσα σημασία. Η αρχαιοελληνική γλώσσα είναι μοναδική για το λεκτικό της πλούτο, την εκφραστική της χάρη, τη θαυμαστή της ακρίβεια, τη συντακτική της λογική. Στην αρχαία Ελλάδα οι μέτοικοι μάθαιναν την ελληνική γλώσσα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων χρηστικής συνεννόησης. Αντίθετα, για τον Αθηναίο πολίτη προτεραιότητα (πριν ακόμη και από το βιοπορισμό) ήταν η κατά λόγον κοινωνία της ζωής, δηλαδή η έξοδος στην Αγορά, η κρίση των γνωμών, η παρουσία στην Εκκλησία του Δήμου, η συμμετοχή στα όργανα του διοικείν τα της πόλεως. Αποκομμένη από το πολιτικό γεγονός η αρχαιοελληνική γλώσσα δεν αποτελεί πολιτιστικό πλεονέκτημα, αφού από μόνη της η χρηστική αξία αφήνει ανερμήνευτη την εκφραστική της δυναμική.


Σημ.: 1. Η γνώση μιας ξένης γλώσσας συνιστά ένα είδος βιωματικής μετοχής στον πολιτισμό του λαού που ομιλεί τη γλώσσα αυτή, ενώ αυτοί που σπουδάζουν σε μια ξένη χώρα αισθάνονται οικειότητα και διατηρούν δεσμούς και φιλικά αισθήματα για την κοινωνία που τους προσέφερε την εκπαίδευσή τους. Γι' αυτό μερικές ανεπτυγμένες χώρες έχουν αναπτύξει μια οργανωμένη πολιτιστική διείσδυση σε άλλες χώρες μέσω της γλωσσικής - εκπαιδευτικής διείσδυσης. Π.χ. το γερμανικό Ινστιτούτο Γκαίτε, το Γαλλικό Ινστιτούτο, το Βρετανικό Συμβούλιο αποτελούν εκφράσεις αυτής της στρατηγικής. Ταυτόχρονα οι χώρες αυτές φροντίζουν να προσελκύουν για σπουδές και έρευνα στα Πανεπιστήμια και στα ερευνητικά τους κέντρα ξένους σπουδαστές. Ποιος όμως από τους μετέχοντες της γερμανικής ή της αγγλικής ή της γαλλικής Παιδείας ισχυρίσθηκε ότι είναι Γερμανός, Άγγλος ή Γάλλος αντίστοιχα;


2. Για πολλούς νεοέλληνες η αρχαία μας κληρονομιά είναι δυσβάστακτο άχθος. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να απαλλαγούν από το βάρος 3.000 χρόνων Ιστορίας, αλλοιώνοντας και διαστρεβλώνοντας την ιστορική πραγματικότητα. Την ίδια επίθεση δέχεται και η γλώσσα μας, που αποτελεί όχι μόνο δεξαμενή από την οποία αντλούν εκφραστικές δυνατότητες και επακριβείς ονοματοθεσίες οι γλώσσες κυρίως των λαών της Ευρώπης, αλλά και μοναδικό παράδειγμα γλώσσας με αδιάπτωτη ιστορική συνέχεια, με την έννοια ότι ο ίδιος λαός στην ίδια γη εξακολουθεί να λέει, 3.000 χρόνια τώρα, τον ουρανό ουρανό, τη θάλασσα θάλασσα, τον ήλιο ήλιο, την ελευθερία ελευθερία.

Όμως, αν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης εξακολουθούν ακόμη να θέλγουν και να γοητεύουν αυτό οφείλεται στην πρόταση πολιτισμού που κόμιζαν και κομίζουν οι Έλληνες, πρόταση νοήματος της ζωής και ιεράρχησης των αναγκών. Παρ' όλη την κατάντια της Παιδείας μας, φαίνεται πως έχουμε στα γονίδιά μας τον ίδιο τρόπο θέασης του κόσμου, τον ίδιο τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και αισθανόμαστε τα πράγματα με εκείνον των αρχαίων Ελλήνων. Έναν τρόπο που επιβιώνει και διατηρεί την ιστορική του συνέχεια, ενσωματώνοντας στο διάβα των αιώνων τους μετασχηματισμούς του ως διαφορετικές εκδοχές. Ένα ταπεινό εκκλησάκι στην άκρη ενός γκρεμού, η αυλή ενός νησιωτικού σπιτιού, ο απέριττος περίβολος ενός μοναστηριού, είναι πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που δημιούργησε τον Παρθενώνα σε σχέση με το πνεύμα που δημιούργησε τους ογκώδεις ναούς και τ' ανάκτορα των ευρωπαϊκών χωρών κατά την Αναγέννηση. Μπορούμε, λοιπόν, τρυγώντας από τον πλούτο της παράδοσής μας, να αρθρώσουμε το δικό μας λόγο, να δώσουμε το δικό μας «παρών» στο στίβο του πανανθρώπινου πολιτισμού, να τον εμπλουτίσουμε με νέα μονοπάτια. Διαφορετικά θα χαθούμε στον κυκεώνα της παγκοσμιοποίησης.

Ως προς το χαρακτήρα μάλλον παραμένουμε ίδιοι. Εραστές της ζωής, καυχησιάρηδες, φιλότιμοι, φυγόπονοι, ανυπάκουοι και βολεψάκηδες, εριστικοί, παρορμητικοί, γλεντζέδες, ταξιδιάρηδες, έμποροι, επινοητικοί και πολυμήχανοι, που αγορεύουν και πολιτικολογούν, που θυμώνουν εύκολα και ξεθυμώνουν ευκολότερα, που μεγαλουργούν αλλά και τα κάνουν μπάχαλο, ήρωες αλλά και κιοτήδες, που δεν έχουν πρόβλημα να μηδίσουν.

ΑΡΧΙΚΗ   l   ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ   l   ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ   l   ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ   l   ΧΡΗΣΙΜΑ
                       Πολιτιστικός Σύλλογος Πρεβεζάνων Αθήνας | έτος ιδρύσεως 1979, Πρεβεζάνοι, Πρέβεζα
Ιστορικό Διοικητικό Συμβούλιο Μέλη Χορηγοί Δραστηριότητες Εφημερίδα Ανακοινώσεις Επικοινωνία